Οκτώβριος 2018 – Ιούνιος 2019

Το Ινστιτούτο Ομαδικής Ανάλυσης “S.H. Foulkes” (ΙΟΑΦ) έχει σκοπό τη μετάδοση της ομαδικής-αναλυτικής παράδοσης, με βάση το έργο και την εμπειρία των ιδρυτικών μελών του.

Ειδικότερα, το Σεμινάριο Εισαγωγής σκοπεύει στην εξοικείωση των συμμετεχόντων αφ’ ενός με την Ομαδική-Αναλυτική θεωρία, μέσω διαλέξεων και συζητήσεων, αφ’ ετέρου με την κλινική της εφαρμογή, μέσω της συμμετοχής τους σε μικρή και μεσαία ομάδα εμπειρίας.

Η Ομαδική-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία είναι, σύμφωνα με τον ιδρυτή της S.H. Foulkes, η μέθοδος που επικεντρώνεται στη σχέση ατόμων και ομάδων, θεωρώντας αδιανόητο τον διαχωρισμό ατομικού και κοινωνικού. Χρησιμοποιεί ως πλαίσιο κατανόησης τις διυποκειμενικές αλληλεπιδράσεις των μελών εντός του πολυπρόσωπου δικτύου επικοινωνίας στην ομάδα (matrix), επικεντρώνεται στη μεταβίβαση και στις ασυνείδητες εκφάνσεις των ψυχισμών, ως σημείων ερμηνείας (ατομικής και ομαδικής), αποσκοπεί στην εξέλιξη των μελών της ομάδας.

Εκτός από μέθοδος ψυχοθεραπείας, η Ομαδική Ανάλυση εφαρμόζεται και σε άλλα πεδία ανθρωπίνων σχέσεων, π.χ. σε νοσοκομειακά-θεραπευτικά πλαίσια, στην εκπαίδευση, στη συμβουλευτική σε οργανισμούς κ.ά..

Το Σεμινάριο απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε επαγγελματίες και σπουδαστές όλων των κλάδων ψυχικής υγείας, σε πτυχιούχους συναφών κλάδων καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο για την ομαδική δυναμική. Αποτελεί αυτόνομο στοιχείο γνώσης και εμπειρίας αλλά είναι και προαπαιτούμενο για την τετραετή ομαδική-αναλυτική εκπαίδευση του ΙΟΑΦ.

Η διάρκεια του Σεμιναρίου είναι 8 μήνες, με συχνότητα 1 Σ/Κ το μήνα.

Συντονίστρια του Σεμιναρίου: Αμαλία Σταματάκη,

Τηλ. Επικ.: 210 7218217 Mail: info@ioaf.gr

Ο αριθμός συμμετεχόντων θα είναι περιορισμένος και η τελική επιλογή θα γίνει κατόπιν συνεντεύξεων.

Υποβολή αιτήσεων μέχρι 10/10/2018.

Σάββατο:
09:30 – 11:00 και 11:30 – 13:00: Μικρή ομάδα (μέχρι οκτώ συμμετέχοντες)
14:00 – 15:15: Θεωρητική Εισήγηση
15:30 – 16:30: Ομάδα Συζήτησης
17:00 – 18:30: Μεσαία Ομάδα
Κυριακή:
10:00 – 11:30 και 12:00 – 13:30: Μικρή ομάδα
14:00 – 15:30: Μεσαία Ομάδα
Ημερομηνίες: 13-14/10/2018, 10-11/11/2018, 08-09/12/2018, 12-13/01/2019, 09-10/02/2019, 16-17/03/2019, 13-14/4/2019, 11-12/5/2019
Το Σεμινάριο θα γίνει στην έδρα του ΙΟΑΦ, Βασ. Σοφίας 62Α, Αθήνα (μετρό Μέγαρο Μουσικής).
Επιστημονικοί συνεργάτες:
– Ευτυχία Γιομελά, Ψυχίατρος, Ομαδική Αναλύτρια
– Κώστας Κωνσταντόπουλος, Ψυχίατρος, Ομαδικός Αναλυτής
– Νίκος Λαμνίδης, Ψυχίατρος, Ομαδικός Αναλυτής, Ψυχαναλυτής
– Ελένη Μοσχονά, Ψυχίατρος, Ομαδική Αναλύτρια
– Μαρτίνα Μπρίτσα, Ψυχίατρος, Ομαδική Αναλύτρια
– Δομινίκη Μυλωνά, Ψυχίατρος, Ομαδική Αναλύτρια, Ψυχαναλύτρια
– Σοφία-Μαρία Μωραΐτου, Κοινωνιολόγος, Ομαδική Αναλύτρια
– Αμαλία Σταματάκη, Ψυχίατρος, Ομαδική Αναλύτρια
– Λένα Τελειώνη, Ψυχολόγος, Ομαδική Αναλύτρια, Ψυχαναλύτρια
– Αθηνά Τσούκαλη, Ψυχολόγος, Ομαδική Αναλύτρια
Συμμετοχή: Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα είναι περιορισμένος και η τελική επιλογή θα γίνει κατόπιν συνέντευξης. Οι υποψήφιοι καλούνται να συμπληρώσουν τη σχετική αίτηση συμμετοχής. Υποβολή αιτήσεων μέχρι 10/10/2018. Κόστος: 500€ σε τρεις δόσεις, 200€ κατά την εγγραφή, και 150€ στις 08/12/2018 και στις 09/2/2019. Για ομαδικές εγγραφές πέντε ατόμων και άνω υπάρχει έκπτωση και η τιμή του σεμιναρίου διαμορφώνεται στα 350€.









Γνώση Αγγλικής

Θεραπευτική Εμπειρία σε Ατομική ή Ομαδική Ψυχοθεραπεία ή
Ψυχανάλυση




Σεμινάριο Εισαγωγής στην Ομαδική-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία 2018-2019
1η Εισήγηση: Ομαδική Ανάλυση και το Πνεύμα των Καιρών

Εισηγητής:    Κώστας Κωνσταντόπουλος

Η πρώτη εισήγηση  Oμαδική Ανάλυση και το Πνεύμα των Καιρών έχει ως σκοπό να εισάγει στην έννοια της Ομάδας και να  δώσει μία εικόνα για τη διαδρομή που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα στην Ομαδική-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία.
Θα ξεκινήσω με τις έννοιες που συναντάμε για τον όρο της ομάδας από κοινωνιολογική σκοπιά.

Εισαγωγή στην έννοια της ομάδας από κοινωνιολογική άποψη

Η Κοινωνιολογία προσπαθώντας να λύσει τα προβλήματα της έντασης μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, της αντιπαρέθεσης του γενικού και του επιμέρους, της μη κατ’ ανάγκη εξυπονόησης ότι το άτομο υπάγεται άμεσα στην κοινωνική ολότητα, αναφέρεται σε ενδιάμεσες βαθμίδες, τις οποίες από το τέλος του 19ου αιώνα και ειδικά από τον Durkheim  και μετά περιγράφει με την καθιερωμένη έννοια της ομάδας (Τ. Αντόρνο, Μ. Χορκχάϊμερ, 1987, σελ 75)

Η θεωρητική αντίληψη της ομάδας ως μορφή μετάβασης ανάμεσα στο άτομο και στη συνολική κοινωνία απαντάται για πρώτη φορά στον G. Simmel, φιλόσοφο και κοινωνιολόγο, το 1922, ο οποίος υποστηρίζει ότι η κοινωνία εν γένει εμφανίζεται ως μία ειδική μορφή συνάθροισης που συνδέει την ανθρωπότητα με το άτομο. Ο Mac Iver εννοεί την ομάδα ως «κάθε κοινωνική ένωση κοινωνικών όντων, τα οποία συνάπτουν κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους». Επειδή όμως ο όρος «σχέση» μπορεί να σημαίνει ο,τιδήποτε, όπως υποστηρίζουν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ, ο Leopold von Wiese, το 1933 αναφέρει τις ομάδες ως τα ενδιάμεσα μεταξύ του ανθρώπου και του συλλογικού  και κάνει τη διάκριση της έννοιας της ομάδας από τις μάζες, τις «αφηρημένες συλλογικότητες ή σωματώσεις».

Βέβαια ο όρος «ομάδα» πληρούται από ποικίλες ερμηνείες ανάλογα με τις περιστάσεις. Οπότε είναι δυνατόν να κατανοηθεί, είτε ως μία κοινότητα συμφερόντων, είτε ως μία τυχαία συνάντηση ανθρώπων, είτε ως καθοριζόμενη από τον χώρο και τον χρόνο.

Ο Bogardus αναφέρει « Μια κοινωνική ομάδα…είναι ένας αριθμός προσώπων τα οποία έχουν κοινά συμφέροντα, αλληλοϋποκινούνται, έχουν κοινή πίστη στην ομάδα, και συμμετέχουν σε κοινές δραστηριότητες. Μπορεί ο αριθμός μιας ομάδας να κυμαίνεται από μια μικρή οικογενειακή ομάδα αποτελούμενη από τους γονείς κι ένα παιδί…μέχρι μια εθνική ομάδα εκατομμυρίων ατόμων.»

Και όπως γράφει ο Oppenheimer, μια ομάδα είναι κάποιος μικρότερος ή μεγαλύτερος, εφήμερος ή διαρκής, οργανωμένος ή χαλαρός κύκλος προσώπων, τα οποία λόγω όμοιας επίδρασης ή ένεκα κοινής συνειδησιακής κατάστασης πράττουν όμοια και ταυτόχρονα, με παρόμοιο τρόπο. O Geiger υπό μία στενότερη έννοια θα γράψει ότι   ένας αριθμός προσώπων είναι αυτός που αποτελεί μία ομάδα όταν συνδέονται με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε άτομο χωριστά να αισθάνεται μέρος ενός κοινού  “Εμείς”.

Ήδη από αυτούς τους ορισμούς της ομάδας, καταδεικνύονται έννοιες, όπως αυτές του μεγαλύτερου ή μικρότερου αριθμού των προσώπων μιας ομάδας, του χώρου και του χρόνου, της διάρκειας, της οργάνωσης, των κοινών συμφερόντων, της ομοιότητας ή της κοινής συνειδησιακής κατάστασης, του μέρους ενός κοινού “Εμείς”. Έννοιες που αποτελούν στοιχεία είτε του πλαισίου είτε του περιεχομένου των θεραπευτικών ομάδων, όπως διαμορφώθηκαν από τις πρώτες θεραπευτικές ομάδες μέχρι τις σύγχρονες ομαδικές αναλυτικές ομάδες. Στην ιστορική αναδρομή των οποίων θα αναφερθούμε παρακάτω.

Ιστορική αναδρομή στην πρόδρομη φάση της ομαδικής ψυχοθεραπείας

Είναι χαρακτηριστικό, όπως αναφέρει η κ. Σ. Γιαννίτση (1997) , ότι οι πρόδρομες μορφές ομαδικής θεραπείας ήταν αθεωρητικές, βασιζόμενες στην έμπνευση, τη διδασκαλία και την εμπειρία.

Οι πρώτες απόπειρες ομαδικής θεραπείας ξεκινούν στο νοσοκομείο της Βοστόνης, τηνπρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, το 1906, από ένα μη ψυχίατρο, τον Joseph H. Pratt, σε συνεργασία με ιερωμένους και εθελόντριες της εκκλησίας. Oι πρώτοι ασθενείς σε ομάδα δεν είναι ψυχιατρικοί ασθενείς αλλά ασθενείς που πάσχουν από φυματίωση. Ο Pratt είχε παρατηρήσει ότι οι ασθενείς φαινόταν να απολαμβάνουν τη μεταξύ τους συζήτηση όταν συναντιόντουσαν στους διαδρόμους αναμονής και ότι η διάθεσή τους γινόταν καλύτερη.  Αυτό  τον οδήγησε στην ιδέα ότι αυτή η συνεύρεση των ασθενών θα μπορούσε να γίνει οργανωμένα και με θεραπευτικό σκοπό. Έτσι, δημιούργησε ομάδες των 15-20 ατόμων. Στη συνέχεια έκανε ομάδες και με ασθενείς που υπέφεραν  από άλλες ασθένειες, σωματικές και ψυχικές. Η  μέθοδος του Pratt στη συνέχεια υιοθετήθηκε και εφαρμόσθηκε από πολλούς άλλους ειδικούς σε ενδονοσοκομειακούς και ιδρυματισμένους ψυχωτικούς ασθενείς.

Παρότι βέβαια κατά τους Harold Behr και Liesel Hearst (2008), οι ιστορικοί  θεωρούν πατέρα της ομαδικής ανάλυσης τον Pratt, σύμφωνα με τον Grotjan, 1983, σελ. 11, ως πρώτο ψυχαναλυτή ομάδας θα μπορούσαμε να ονομάσουμε  το Freud, ο οποίος στις γνωστές συναντήσεις της Τετάρτης, μια ομάδα μελέτης, με τους συνεργάτες του επιχείρησε την ανάλυση αυτής, με σκοπό όμως καθαρά την αυτεπίγνωση (insight)και όχι σαν μέσο θεραπείας. Η θεωρητική του συνεισφορά παρά ταύτα ήταν σημαντική.

Η θεωρητική συνεισφορά του Freud

O Freud με τα τρία σημαντικά κείμενα “Τοτέμ και Ταμπού” (1913), “Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ” (1921) και “Η Δυσφορία μέσα στον πολιτισμό” (1929) προτείνει τρία διαδοχικά ερμηνευτικά σχήματα της ψυχικής διαδικασίας ομαδοποίησης. Το πρώτο ερμηνευτικό σχήμα πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η ομαδικότητα, το αναπτύσσει στο “Τοτέμ και Ταμπού” και αφορά το φόνο του πατέρα από τους γιους, το μοίρασμα και στην κανιβαλική ενσωμάτωση μέσω στοματικής ταύτισης της εξουσίας και της δύναμής του από αυτούς και στην ενοχή. Το δεύτερο ερμηνευτικό σχήμα το αναπτύσσει στην “Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ” και αφορά το Ιδεώδες του Εγώ, στη σχέση με την εξουσία. Η κατ’  αρχήν προβολή αυτού του Ιδεώδους Εγώ στον ηγέτη και η στη συνέχεια ταύτιση με αυτόν, κάτι που συνενώνει τα μέλη της ομάδας, δημιουργεί τη φαντασιωτική βάση της συλλογικής εμπειρίας και άρα το θεμέλιο του ομαδικού δεσμού. Και το τρίτο ερμηνευτικό σχήμα το αναπτύσσει στη «Δυσφορία μέσα στον πολιτισμό». Ο Freud εδώ προτείνει ένα τρίτο πρότυπο που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας παραίτησης από την άμεση ικανοποίηση των ενορμητικών στόχων που καθιστά δυνατή την αγάπη και την ανάπτυξη έργων πολιτισμού. Η κοινότητα δε, που προκύπτει απ’  αυτό το συμβόλαιο θεμελιώνεται πάνω στο δίκαιο, εγγυάται την προστασία και τις υποχρεώσεις που κατακτήθηκαν ως αντάλλαγμα γι αυτό τον περιορισμό.

Μετά τον πόλεμο του 1914 – 1918, η ψυχανάλυση φαινόταν η μοναδική ψυχολογική θεωρία που διέθετε μια ερμηνεία για τη νεύρωση του πολέμου, σήμερα αναφερόμενη ως Μετατραυματική Διαταραχή Στρες. Και η ανάγκη για θεραπεία του πλήθους των στρατιωτών που έπασχαν απ’ αυτήν και νοσηλεύονταν στα στρατιωτικά νοσοκομεία συνέβαλαν στην ανάπτυξη  της πρακτικής της ομαδικής ψυχανάλυσης.

Δεκαετίες 1920 – 1930

Για τις δεκαετίες 1920 -1930, στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω και για το πώς αναπτύσσεται η ομαδική ανάλυση σ’ αυτές, είναι σημαντικό να πούμε ότι θεωρούνται κλασσική περίοδος για την πρώτη άνθηση της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα αυτής της εποχής  σημαδεύεται και από δύο Παγκόσμιους πολέμους. Υπάρχει έντονος ο προβληματισμός γύρω από την αιώνια διαπάλη μεταξύ των ατομικών και των συλλογικών αναγκών, καθώς και για τη διαπάλη μεταξύ των αυταρχικών και των δημοκρατικών μορφών ομαδικής ζωής.

Θα είναι λοιπόν ουσιαστικό για την κατανόηση όλων των επιστημονικών πεδίων, όπως και για την ομαδική ψυχοθεραπεία να σκεφθούμε ότι αυτά καθορίζονται από τις αξίες και τις δυναμικές της ευρύτερης κουλτούρας μέσα στην οποία πραγματοποιούνται.

Ολόκληρες εποχές, επιστημονικές απόψεις και θεωρητικές κατευθύνσεις μπορούν να εννοηθούν, ως τα προϊόντα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των πολιτισμικών, πληροφοριακών και οικονομικών πηγών των διαφόρων κοινωνικών συστημάτων, αλλά και της δυναμικής που αναπτύσσεται στις ομάδες.

Ο  Lewin με τη θεωρία του πεδίου και ο Bion και ο Foulkes που εμπνεύσθηκαν εν μέρει και από αυτήν έχουν δημοκρατική πολιτική κουλτούρα. (Χατζούλη Α.Μ. 2009, σ. 73)

Η δεκαετία του ΄20

Στα 1919, ο Cody Marsh, ιερέας που έγινε ψυχίατρος, εφάρμοσε μία ομαδική διδακτική μέθοδο σε νοσηλευόμενους χρησιμοποιώντας την έμπνευση και την προτροπή. Ο Marsh έφτιαξε μεγάλες ομάδες μέσα στο νοσοκομείο του Worcester και τους διάβαζε εκπαιδευτικά κείμενα. Η καινοτομία του όμως ήταν ότι εμπλούτισε τις διαλέξεις με διάφορες δραστηριότητες, ανάμεσα στις οποίες, μουσική και χορό και διαπίστωσε την αξία της ομάδας όχι μόνο στην απόκτηση γνώσεων αλλά και στη δημιουργία ενός ομαδικού πνεύματος.  Και όπως αναφέρει ο Scheidlniger,1993, σ.2 ο Marsh επαναλάμβανε ότι, “από το πλήθος αρρώστησαν από το πλήθος θα θεραπευτούν”.

Στις αρχές του 1920, στην Ουάσιγκτον, ο Edward Lazell, ψυχίατρος φροϋδικής και γιουγκιανής μετέπειτα προσέγγισης, ο οποίος θεωρείται ως ο ιδρυτής της ομαδικής θεραπείας ψυχιατρικών ασθενών σε ενδονοσοκομειακό πλαίσιο, συνδύασε τη μέθοδο του Pratt με ομάδες συζήτησης ψυχαναλυτικού τύπου. Διάβαζε δηλαδή στους ασθενείς του κείμενα για την πνευματική λειτουργία,  υπό την ψυχαναλυτική θεώρηση. Οι ομάδες του ήταν τόσο με ψυχιατρικούς ασθενείς όσο και με ομάδες ατόμων με σωματικές νόσους, όπως υπερθυρεωιδικούς, νευρασθενείς και επιληπτικούς, δίνοντας έμφαση στις κρυμένες συναισθηματικές συγκρούσεις, τις οποίες συνέδεε με την εμφάνιση σωματικών συμπτωμάτων.

Ο Trigant Burrow, ήταν αυτός που εισήγαγε πρώτος, το 1927 τον όρο ομαδική ανάλυση. Σε μικρές ομάδες παρότρυνε τους ασθενείς του να μιλούν ειλικρινά ο ένας για τον άλλον, για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Πίστευε ότι η ομάδα ως όλον προσφέρει στο άτομο μέλος τον καλύτερο τρόπο ψυχολογικής επίγνωσης.

Η δεκαετία του ’30

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, πολλοί  ψυχαναναλυτές και ψυχοθεραπευτές, τόσο στην Αμερική, ο Luis Wender,  o Paul Schilder, ο Samuel Slavson, ο Alexander Wolf , όσο και στην Ευρώπη ο Jakob Moreno, ο Adler και ο Fritz Redl κ.α.,  θεωρούσαν τη θεραπεία σε ομάδα ως μία από τις δραστηριότητες τους.

Ο Wender  θεωρούσε την ομάδα ως αναδημιουργία της οικογένειας, ο θεραπευτής ήταν συμβολική πατρική φιγούρα και τα μέλη συμβολικά αδέλφια. Η προσέγγισή του παρά τον ψυχαναλυτικό προσανατολισμό εμπεριείχε και διδακτικά στοιχεία. Ο Schilder έδωσε έμφαση στους ελεύθερους συνειρμούς, στην αντίσταση, τη μεταβίβαση και την ερμηνεία των ονείρων.  O Wolf  επηρρεάσθηκε από την εργασία του Wender και του Shilder, το μοντέλο του ήταν “η ανάλυση του ατόμου στην ομάδα”. Αργότερα, όμως μαζί με τον Schwartz εισήγαγαν ως καινοτομία την εναλλαγή συνεδριών με και χωρίς θεραπευτή.

Ο Moreno χρησιμοποιούσε ομαδικές τεχνικές σε διαφόρους πληθυσμούς ασθενών και εισήγαγε μια νέα μορφή ομαδικής ψυχοθεραπείας που την ονόμασε ψυχόδραμα.  Ο Moreno θεωρείται ο πατέρας του όρου «Ομαδική Ψυχοθεραπεία». Και είναι αυτός που υποστήριξε ότι οι τεχνικές που εφαρμόζονται στο ψυχόδραμα είναι πιο κοντά στην πραγματική ζωή σε σχέση με την ενδοψυχική δυναμική της φροϋδικής ψυχανάλυσης και ότι οι αλληλεπιδράσεις των μελών μιας ομάδας σε συνδυασμό με την εναλλαγή των ρόλων διευκολύνουν την επιζητούμενη θεραπευτική αλλαγή. Ο Adler, λόγω και του σοσιαλιστικο-πολιτικο-κοινωνικού του προσανατολισμού  χρησιμοποιούσε ομαδικές προσεγγίσεις στους ασθενείς του, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική ατμόσφαιρα ισότητας που επικρατεί στην ομάδα, στην ενθάρρυνση, αισιοδοξία και υποστήριξη που προσφέρουν τα μέλη μεταξύ τους. O Fritz Redl ακολουθεί την προσέγγιση του Slawson, όπου η ψυχαναλυτική ερμηνεία αναφέρεται στο άτομο και όχι στην ομάδα, στην οποία δεν αναγνωρίζει ότι διαθέτει δική της ζωή κι έτσι δεν ασχολείται  με την ομάδα ως όλον.

Συνοπτικά, στη δεκαετία του ΄30, εκτός από τη μέθοδο του Pratt που συνεχίζει να εφαρμόζεται σε ασθενείς με σωματική νόσο, εμφανίζονται οι πρώτες αναλυτικές ομαδικές θεραπείες εμπνευσμένες από την ψυχαναλυτική θεωρία. Έτσι, μπαίνουν οι βάσεις για την παραδοσιακή μακροχρόνια Ομαδική Ψυχοθεραπεία Αναλυτικού Τύπου.

Τα δύο προεξέχοντα ονόματα που συνδέονται με την Ομαδική θεραπεία στην Αγγλία είναι του  S.H. Foulkes και του W. Bion. Έχουν διαφορετικά θεωρητικά υπόβαθρα, διαφορετικές επιρροές και διαφορετικές πορείες που οδήγησαν σε διαφορετικές θεραπευτικές φιλοσοφίες. Ο Bion, ψυχίατρος και κλαϊνικός αναλυτής δεν ενδιαφερόταν πολύ για τη θεραπεία ως θεραπεία, αλλά για τη θεωρία των ομάδων και δεν αναγνώριζε τον εαυτό του ως ομαδικό θεραπευτή. Στο άρθρο που γράφει μαζί με τον Rickman “Intra-Group Tensions in Therapy” (1943), το οποίο αναφέρεται στις παρατηρήσεις του για τη λειτουργία μιας θεραπευτικής ομάδας σε πλαίσιο στρατιωτικού ψυχιατρικού νοσοκομείου, υποστηρίζει ότι στόχος του είναι να δείξει ότι στην ατομική θεραπεία η νεύρωση εμφανίζεται ως πρόβλημα του υποκειμένου, ενώ στην ομαδική είναι υπόθεση της ομάδας.  Τον απασχολούν οι κοινωνικές επιπτώσεις των ψυχικών δυσκολιών, θεωρεί ότι η νευρωτική συμπεριφορά αυξάνει τις δυσκολίες μιας κοινής ζωής και ότι η θεραπευτική ομάδα είναι ένας κοινωνικός μικροοργανισμός. Προτείνει ορισμένες κοινωνικο-πολιτικές θεωρήσεις, αλλά σύμφωνα με την Elsa Schmid Kitsikis (2011) η θέση του φαίνεται παρόμοια με εκείνη ενός εμπειρικού ερευνητή που αμφιβάλλει για τα αποτελέσματα της έρευνάς του και μπορεί να ειδωθεί αμφίσημα, τόσο ως επιθυμία να εισαγάγει στην ομάδα «πειθαρχία» ως υπεύθυνος αρχηγός της ομάδας, όσο και ως επιθυμία για μια ελευθερία που να αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα της λειτουργίας της ομάδας χωρίς αρχηγό. Προοδευτικά έτεινε προς την κατάσταση να είναι απλώς ένα μέλος της ομάδας.

S.H. Foulkes ( 1898 – 1976 )

O Foulkes είναι ο πατέρας της ομαδικής αναλυτικής ψυχοθεραπείας και ο ιδρυτής της Εταιρείας της Ομαδικής Ανάλυσης. Γεννήθηκε στην Karlsruhe, στη Γερμανία, το 1898 και πέθανε στο Λονδίνο το 1976. Έκανε τις βασικές και τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Χαϊδεβέργη και στην Φραγκφούρτη και έζησε αρκετά χρόνια στη Βιέννη όπου έκανε τις σπουδές του στην Ψυχιατρική και την Ψυχανάλυση. Αναλύτριά του ήταν η Helene Deutsch και σε όλη του τη ζωή ο Foulkes παρέμεινε κλασσικά φροϋδιανός. Όπως αναφέρει ο ίδιος για τον εαυτό του, το 1964, στο βιβλίο του Therapeutic Group Analysis, σπούδασε ιατρική γνωρίζοντας εξαρχής ότι ήθελε να γίνει ψυχίατρος, εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική με τους Kleist, Wagner- Jauregg, Potzl, επηρεάσθηκε από τα βιβλία του Jaspers του Gruhle και άλλων, αλλά σύντομα ενδιαφέρθηκε για τη δουλειά του Freud και ήδη από το 1919 ήξερε ότι ήθελε να γίνει ψυχαναλυτής. Εκπαιδεύτηκε στη νευρολογία με τον Kurt Goldstein, με τον οποίο εργάσθηκε για δύο χρόνια κι εκεί  αφομοίωσε  την ολιστική θεώρηση ότι «το σύνολο είναι στοιχειοδέστερο από το μέρος», την οποία εφάρμοσε αργότερα στις ομαδικο-αναλυτικές του έννοιες.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 επηρεάσθηκε από δύο εργασίες του  Trigant Burrow, οι οποίες του έβαλαν την ιδέα της ομαδικής ανάλυσης ως μια μορφή θεραπείας. Επίσης, επηρεάσθηκε και από το θεατρικό έργο του Πιραντέλο  “Έξι χαρακτήρες αναζητούν ένα συγγραφέα” και από το θεατρικό έργο του Γκόργκι “The Lower Depths”, όπου επί σκηνής, δεν υπήρχε ένας ήρωας, αλλά μία ομάδα χωρίς αρχηγό, καθοδηγούμενη από δυνατές, ανώνυμες δυνάμεις. Το 1930 επιστρέφοντας στην Φραγκφούρτη συνδέθηκε με το τότε δημιουργηθέν Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο της Φραγκφούρτης και ήταν ο πρώτος διευθυντής της κλινικής του Ινστιτούτου. Μέσα στους συνεργάτες του ήταν ο Heinrich Meng, ο Karl Landauer, ο Erich Fromm και η Frieda Fromm- Reichmann. Επίσης, στο Ινστιτούτο των Κοινωνικών Ερευνών, αργότερα γνωστό ως η Σχολή της Φρανκφούρτης (που μοιραζόταν το ίδιο κτίριο με το Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο) ήταν στενά συνδεδεμένος με τον Max Horkheimer και τους συνεργάτες αυτού, καθώς και με τους Κοινωνιολόγους Karl Mannheim και  Norbert Elias, οι οποίοι επεδείκνυαν ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση. Ο Norbert Elias, με τον οποίο ο Foulkes ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος αναφέρει ότι η κεντρική ιδέα που ο Foulkes εφάρμοσε στην ομαδική ανάλυση ήταν ότι το άτομο και η κοινωνία δεν διαχωρίζονται, συνιστούν διαφορετικά επίπεδα του ιδίου πεδίου παρατήρησης.

Ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ομαδικών διαδικασιών διαφέρουν από το ατομικό επίπεδο και ως εκ τούτου πρέπει να εξετάζονται συγχρόνως και τα δύο επίπεδα. Η κοινωνία αποτελείται από άτομα αλλά το κοινωνικό επίπεδο έχει τη δική του οργάνωση που δεν μπορεί να αναχθεί στα άτομα.

Ο Foulkes προσπάθησε να αποδώσει στο έργο του την αλληλεπίδραση αυτή των ψυχαναλυτικών θεωριών με τις κοινωνιολογικές θεωρίες. Στις αρχές του 1933 έφυγε από τη Γερμανία και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου και εργαζόταν ως ψυχαναλυτής και αναρωτιόταν τί θα γινόταν εάν στους ασθενείς του που διαδέχονταν στο ντιβάνι ο ένας τον άλλον δινόταν η δυνατότητα να αλληλεπιδράσουν.  Την πρώτη του κανονική εμπειρία όμως με ομάδα, την οποία, όπως ο ίδιος αναφέρει, τη βίωσε ως κάτι το εξαιρετικό, την είχε στην αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στα 1940, στο ιδιωτικό του γραφείο, στο Exeter. Όπως αναφέρει ο ίδιος «Δεν θα ξεχάσω ποτέ την επίδραση που είχε αυτή η νέα εμπειρία επάνω μου…Σφυριλάτισα τη δική μου μέθοδο και τεχνική δια της δοκιμής και λάθους… Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η θεωρία της θεραπευτικής διαδικασίας, της αλλαγής στους ανθρώπους έχει παραμείνει σε πρώτο πλάνο στη σκέψη μου. Η πρακτική της ομαδικο-αναλυτικής ψυχοθεραπείας είναι ακόμη σε πειραματική κατάσταση, στην οποία θεωρίες συνεχώς δοκιμάζονται από την παρατήρηση, ξαναδημιουργούνται και αναθεωρούνται» (Foulkes, S.H. Some autobiographical motes. Group Analysis 1, 117-122: 202-205. 1968

Έγραψε τo πρώτo του άρθρο για την ομαδική ανάλυση μαζί με τη συνάδελφό του Eve Lewis, το 1942, το οποίο βασίσθηκε σε κλινική εργασία πάνω από δύο έτη 1940-1942 με 50 ασθενείς και το οποίο δημοσιεύθηκε το 1944 ( Foulkes, S.H. and Lewis E., Group Analysis. Brit. J. Med. Psychol. 20, 175-184, 1944 (reprinted in shortened form in Therapeutic Group Analysis, 1964). Εξάσκησε την ομαδική θεραπεία στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Northfield σε μεγάλη κλίμακα  που οδήγησε στη δημιουργία της πρώτης θεραπευτικής κοινότητας με ομαδικές μεθόδους, οι οποίες εφαρμόσθηκαν σε όλο το νοσοκομείο.

Μετά τον πόλεμο μαζί με συνεργάτες του ίδρυσαν την Εταιρεία Ομαδικής Ανάλυσης στο Λονδίνο. Συνεργάσθηκε με το νοσοκομείο St Bartholomew και από το 1950 ήταν σύμβουλος ψυχοθεραπευτής στα νοσοκομεία  Bethlem Royal και Maudsley.

Ο  Foulkes χρησιμοποίησε για το σύστημά του τον όρο που πρώτος είχε χρησιμοποιήσει ο Burrow «Ομαδική Ανάλυση» και πιο ειδικά τον όρο Ομαδικο-αναλυτική ψυχοθεραπεία. Ο Burrow εγκατέλειψε τον όρο αυτό θεωρώντας την ψυχονεύρωση ως ένα βιολογικό αναπτυξιακό λάθος και χρησιμοποίησε τον όρο «φυλο-ανάλυση».

Ως ψυχαναλυτής, ο Foulkes εφάρμοσε την ψυχαναλυτική γνώση στην ψυχοθεραπεία, είχε ανοιχτούς ορίζοντες σε νέες ιδέες και στην κριτική από όπου κι αν προερχόταν και θεωρούσε ότι η ομαδική ψυχοθεραπεία εφαρμόζεται με ή χωρίς τον  αναλυτικό προσανατολισμό, παρότι ο ίδιος τον υποστήριζε.

Η μέθοδός του δεν είναι η ψυχανάλυση σε ομάδα, όπως συμβαίνει σε άλλες μεθόδους ομαδικής ψυχοθεραπείας που εφαρμόζονται από Φροϋδικούς ψυχαναλυτές, στην Αμερική, όπως ο  Alexander Wolf, ο Emmanuel Schwartz  και ο Samuel Slavson (Σ. Γιαννίτση, 1977)

Ο Foulkes, πρώτος έδωσε έμφαση στην ομαδική κατάσταση «all events and statements are considered in the context of this situation» (Foulkes, E. The Origins and Development of Group Analysis» p.7 in «Spheres of Group Analysis» edited by T.E. Lear (1984)  και Pines, 1983, The evolution of group analysis, p.273). Αντιμετώπισε την “ομάδα ως ένα όλον” επηρεασμένος από την ψυχολογία της Gestalt, ότι «το όλον είναι διαφορετικό από το άρθροισμα των μελών του». Καθώς και από τη “θεωρία του πεδίου” του Kurt Lewin, η οποία επηρεάσθηκε από τις φυσικές επιστήμες. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι «δεν είναι οι διαφορές ή οι ομοιότητες των μελών που δημιουργούν την ομάδα, αλλά οι δυναμικές των αλληλεπιδράσεων και η αλληλεξάρτηση των ατόμων που την αποτελούν». Ο Pines (1983) (The contribution of S.H. Foulkes to group psychotherapy, p.266, 1983), επιπλέον αναφέρει για τον Foulkes ότι οι απόψεις του συνάδουν με αυτές του Marx, ο οποίος τονίζει ότι «μόνο στις κοινότητες με τους άλλους μπορεί κάθε άτομο να έχει τα μέσα για να καλλιεργήσει τις ικανότητές του προς όλες τις κατευθύνσεις. Στην πραγματική κοινότητα τα άτομα αποκτούν την ελευθερία διαμέσου των σχέσεων». Επίσης, όπως λέει ο Μαρξ «Δεν είναι η συνείδηση του ανθρώπου που καθορίζει την ύπαρξή του αλλά αντίθετα είναι η κοινωνική του ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδησή του».

Το πρώτο βιβλίο του ο Foulkes “Εισαγωγή στην Ομαδική Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία” το έγραψε κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, μετά το πείραμα του Northfield. Το πείραμα αυτό  διεξήχθη στα πλαίσια του νοσοκομείου του Tavistock σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος το οποίο διεξήγαγε  ο  ο Bion με τον Rickmann, το 1943, το οποίο  διεκόπη πρόωρα, κυρίαρχο μέλημα ήταν ότι η ομάδα αναλύει τις δυναμικές της στο εδώ και τώρα της διαδικασίας χωρίς να περιμένει εντολές από τον αρχηγό.

Στο δεύτερο μέρος, το οποίο διεξήγαγε ο Foulkes, βάσει και της εμπειρίας του πρώτου μέρους, βασική αρχή ήταν ότι το πλαίσιο αναφοράς θα έπρεπε να συμπεριλάβει όλο το νοσοκομείο και το προσωπικό και όχι μόνο τη συγκεκριμένη πτέρυγα που διεξαγόταν το πείραμα. Το νοσοκομείο αντιμετωπιζόταν ως μία συνολική οντότητα με αποτέλεσμα να καταστεί μία αυτοδιοικούμενη υπεύθυνη κοινότητα και η ατμόσφαιρα στο νοσοκομείο να αλλάξει, κάτι το οποίο ο De Mare (1983), το αποδίδει στην εφαρμογή των αρχών της ομαδικής ανάλυσης σε όλο το νοσοκομειακό πλαίσιο. Το νοσοκομείο σταδιακά είχε μετατραπεί σε μία θεραπευτική κοινότητα.

Σύμφωνα με τον Pines, με αυτή την εφαρμογή, τέθηκαν δύο βασικές αρχές από τον Foulkes. 1. Το νοσοκομείο πρέπει να λειτουργήσει ως μία θεραπευτική κοινότητα και η λειτουργία του και η οργάνωσή του θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες της θεραπείας των ασθενών και 2. Το νοσοκομείο μπορεί να “αρρωστήσει” και να χρειάζεται θεραπεία. Μετά το πείραμα αυτό ο Foulkes συνέχισε να αναπτύσσει τις θεωρίες του, όμως η αναγνώριση από την ομάδα του Tavistock ήταν μικρή και κατ’ άλλους αρνητική. Μια εξήγηση που δίνει ο Hinshelwood (1999) είναι ίσως ότι ο Foulkes ήταν συνδεδεμένος με την ομάδα της Anna Freud, ενώ τα πιο πολλά από τα μέλη της ομάδας του Tavistock ήταν Κλαϊνικοί.

Στο πρώτο του, λοιπόν βιβλίο που εκδόθηκε το 1948, ο Foulkes υποστηρίζει “τη βαθιά κοινωνική φύση του ανθρώπινου είδους, ότι το άτομο είναι μια αφαίρεση και ότι η πραγματικότητα και οι ασυνείδητες φαντασιώσεις είναι αδιαχώριστες”. Στηριζόμενος στον Κοινωνιολόγο Elias και στον ψυχαναλυτή Erikson υποστηρίζει ότι οι κοινωνικές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς αποτελούν κεντρικό σημείο στην κατανόηση του ατόμου. Περιγράφει τους θεραπευτικούς παράγοντες που προκύπτουν από την ομάδα: την κοινωνικοποίηση, το φαινόμενο του καθρέφτη, φαινόμενα συμπύκνωσης και ανταλλαγή. Αργότερα πρόσθεσε άλλους δύο, την ομάδα ως ένα υποστηρικτικό χώρο και την επικοινωνία. Για τους θεραπευτικούς αυτούς παράγοντες θα ακούσετε αναλυτικά στις επόμενες εισηγήσεις.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες, κλινικά αποτυπώνονται στην πρακτική του, με την έμφαση που έδωσε σε μία τριπλή έννοια: 1) την ενεργητική συμμετοχή των μελών στην ομάδα 2) την επικοινωνία 3) την παρατήρηση και αυτοπαρατήρηση  στο κοινωνικό πλαίσιο (in Lear, T.E. Spheres of group analysis. 1984. Foulkes, E. The origins and development of group analysis, p. 7).

Στο βιβλίο που έγραψε μαζί με τον James Anthony  «Ομαδική Ψυχοθεραπεία – Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση» που εκδόθηκε το 1957 εισήγαγε την ιδέα των τεσσάρων επιπέδων επικοινωνίας στη θεραπευτική ομάδα «το τρέχον, το μεταβιβαστικό, το προβολικό και το αρχετυπικό». Επίσης, εισήγαγε τα δίκτυα των σχέσεων, τα οποία αργότερα ονόμασε «ομαδική μήτρα», καθώς και τις υπερπροσωπικές διεργασίες. Στα επόμενα δύο βιβλία του, «Θεραπευτική Ομαδική Ανάλυση», το 1964 και «Ομαδική Αναλυτική Ψυχοθεραπεία», το 1975 εισήγαγε την ιδέα της «ομαδικής μήτρας» ως τη θεμελιώδη μήτρα (the foundation matrix) σε αντίθεση με τη δυναμική μήτρα (dynamic matrix). Καθώς και τον όρο «plexus or complex» για να περιγράψει το δίκτυο μέσα στο οποίο περιπλέκεται κάθε άτομο, ανεξαρτήτως του αν αυτό είναι η οικογένεια ή το κοινωνικό δίκτυο των φίλων και των συναδέλφων.

Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι οι θεωρητικές θέσεις του Foulkes, σύμφωνα με τον Pines (1978) είναι: 1. Η υπόσταση του ατόμου είναι κοινωνική και όχι ατομική.  2. Οποιαδήποτε νευρωτική θέση έχει βάση ατομική και είναι διασπαστική για την ομάδα. 3. Οποιοδήποτε νευρωτικό σύμπτωμα είναι μια διαστρεβλωμένη έκφραση των συνειδητών και ασυνείδητων συγκρούσεων του ατόμου. Μέσα από το σύμπτωμα το άτομο διακοινωνεί αυτές τις συγκρούσεις. 4. Η μελέτη του ατόμου μπορεί να γίνει μόνο μέσα στη φυσική του ομάδα, ιδίως μέσα στην οικογένεια και οι ψυχολογικές του διαταραχές λαμβάνουν χώρα μεταξύ των ανθρώπων και ποτέ δεν μπορούν να αποδοθούν εξ ολοκλήρου σε ένα άτομο.       5. Σε μια ομαδική αναλυτική κατάσταση, οποιαδήποτε διαστροφή ή πρόβλημα μπορεί να ανιχνευθεί μέσα από τα δίκτυα και τις αλληλεπιδράσεις του πάνω στις δυναμικές διεργασίες της ομάδας 6. Η ίδια θεραπευτική διαδικασία είναι παρόμοια με το να δουλεύει κανείς με σκοπό την επίτευξη ενός πιο απαρτιωμένου τρόπου επικοινωνίας. 7. Οι κύριοι σκοποί της θεραπείας είναι η ενδοσκόπηση και η ανάπτυξη της ικανότητας για προσαρμογή. 8. Ο βασικός νόμος της δυναμικής των ομάδων είναι ότι οι ασθενείς συλλογικά αποτελούν τον ίδιο κανόνα από τον οποίο ατομικά αποκλίνουν. 9. Ο κύριος σκοπός του συντονιστή, ανάμεσα σε πολλούς άλλους,  είναι η ενεργός συμμετοχή όλων των μελών της ομάδας.

Το ρεύμα της ομαδικής ανάλυσης αναπτύχθηκε πρώτα στην Αγγλία και μετέπειτα σε άλλες χώρες  με την ίδρυση της Εταιρείας Ομαδικής Ανάλυσης (GAS), το 1952 από τον Foulkes και τους συνεργάτες του, Elizabeth Marx, James Anthony, Patrick De Mare, W.H.R.Iliffe, M.L.J. Abercrombie, Norbert Elias. Ο Foulkes ήταν πρόεδρος μέχρι το 1970.  Το 1971, η Εταιρεία ίδρυσε το Ινστιτούτο της Ομαδικής Ανάλυσης (IGA), το οποίο είναι έκτοτε υπεύθυνο για την εκπαίδευση. Οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες λαμβάνουν μέρος τόσο στη Βρεττανία όσο και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες σε σύνδεση με το Ινστιτούτο του Λονδίνου.

Ορισμένοι από τους σημαντικούς μεταξύ των ομαδικών αναλυτών με μεγάλη επιρροή και θεωρητικό έργο, θεωρούνται:

Στην Αγγλία ο Pat De Mare είναι πρωτοπόρος των μεσαίων και μεγάλων ομάδων και μαζί με τον Lion Kreeger εφάρμοσε σ’  αυτές τις ομαδικο-αναλυτικές έννοιες του Foulkes. O R. Skynner εισήγαγε τις αρχές της ομαδικής ανάλυσης στην οικογενειακή θεραπεία. Ο Μ. Pines στενός συνεργάτης του Foulkes διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας της Ομαδικής Ανάλυσης.  Και o Dennis Brown

Στην Ελβετία o R. Battegay  και ο P.-B. Schneider.

Στην Ιταλία ο F. Napolitani και ο F. Di Maria. Στη δεκαετία του 1960 ο F. Napolitani μαζί με τον L. Ancona οργάνωσε στη Ρώμη την πρώτη Θεραπευτική Κοινότητα, βάσει των Φουξιανών αρχών της ομαδικο-αναλυτικής πρακτικής. Και ο  Galli με τον D. Napolitani στο Μιλάνο πολλές θεραπευτικές κοινότητες και αναλυτικές ομάδες θεραπείας και εκπαίδευσης. Αν και στους D. Napolitani, o L. Ancona, F. Di Maria S. de Risio υπάρχουν σημαντικές αναφορές και στο Bion.

Στη Γερμανία ο K. Koening, o A. Heigl-Evers, o K. Husemann και o R. Schindler.

Στην Αυστρία o W. Schindler.

Στη Γαλλία οι θέσεις του Foulkes έγιναν δεκτές με αμφιθυμία, εξαιτίας και των απόψεων του Lacan, ο οποίος καυτηρίαζε τα αποτελέσματα της ομάδας ότι επαυξάνουν την αλλοτρίωση του υποκειμένου μέσα στις φαντασιακές του ταυτίσεις. Οι ψυχαναλυτές   και  ασχολήθηκαν θεωρητικά με τις ομάδες και ιδίως με τις ασυνείδητες ομαδικές διεργασίες. Ιδιαίτερα ο Kaes αναφέρεται στη έννοια του ομαδικού ψυχικού οργάνου. Η ομάδα υπάρχει ως μοναδική ψυχική πραγματικότητα και κατέχει ένα ομαδικό ψυχικό όργανο που τα ρυθμίζει όλα χάρι στους ασυνείδητους φαντασιωτικούς οργανωτές (εσωτερικές ομάδες που διευκολύνουν τη σχέση του ατόμου με το σύνολο). Η κατανόηση του ομαδικού ψυχικού οργάνου γίνεται μέσω της έννοιας της δι-υποκειμενικότητας, όχι απλά ως αντικειμεντρόπος σχέση, αλλλά ως ψυχική εργασία όπου ο άλλος, ως ο πλέον-του-ενός άλλος μπορεί να εσωτερικεύεται, υπογραμμίζοντας έτσι την ομαδική και κατ’ επέκταση την κοινωνική ψυχική συγκρότηση κάθε ατομικού υποκειμένου (Kaes, R. 2014. Γύρω από τη θεωρία της μεταβίβασης στην Ομάδα, ομιλία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών).

Στην Αργεντινή ο E. Pichon-Riviere και ο J. Bleger, των οποίων η ιδιαίτερη συμβολή έγκειται στο ότι προσπάθησαν να επιτύχουν μια στέρεη συνάρθρωση του ατομικού ψυχικού χώρου με τον ψυχικό χώρο της ομάδας και των θεσμών. Και ιδιαίτερα ο Pichon-Riviere έθεσε στο επίκεντρο του έργου του την έννοια του δεσμού. Οι έρευνες της Αργεντινή Σχολής έγιναν γνωστές στην Ευρώπη από τους εξόριστους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Στην Ελλάδα, επιστήμονες που είχαν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό και επέστρεψαν άρχισαν σταδιακά να εφαρμόζουν την ομαδική ανάλυση.

Το Ινστιτούτο Ομαδικής Ανάλυσης “S.H.Foulkes” (ΙΟΑΦ) προήλθε μέσα από μακροχρόνιες (εικοσαετείς και πλέον) διαδικασίες δυναμικών ζυμώσεων πολλών ομάδων μελέτης που είτε αποτελούνταν από ομαδικούς αναλυτές που δεν ήταν ενεργοί στα πλαίσια κάποιου ΟΑ θεσμικού φορέα, είτε από  ομαδικούς αναλυτές που ήταν μέλη ΟΑ φορέων, αλλά επιθυμούσαν τη διαφοροποίηση και την περαιτέρω ανάπτυξη, είτε ακόμη από  ομαδικούς αναλυτές που δεν ήταν ενταγμένοι σε κάποιο θεσμικό φορέa και που ενδιαφέρονταν για έναν νέο ΟΑ θεσμικό φορέα που θα μπορούσε να τους εκφράζει.

Όλοι οι ανωτέρω συμφώνησαν στην οργάνωση ενός φορέα που θα εξασφαλίζει πλουραλισμό, δημοκρατική λειτουργία αλλά και σεβασμό και τήρηση μίας παράδοσης ΟΑ που θα σέβεται: (1) το παρελθόν της βάσει των αρχών του ιδρυτή της S.H. Foulkes, (2) τους παράπλευρους κλάδους της (ψυχανάλυση, κοινωνικές/βιολογικές/νευρο-επιστήμες και ψυχιατρική) και (3) τα κλινικά της πλαίσια.

Ίδρυσαν τον ΙΟΑΦ με κοινή επιδίωξη καινοτομίες χωρίς κλινικούς και θεωρητικούς εξτρεμισμούς και χωρίς μονόπλευρες τάσεις. Έτσι, στον ΙΟΑΦ:

(α) «Ακολουθούμε την ομάδα» λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν τους κινδύνους τόσο  της αντι-ομάδας (anti-group, Nitsun)  και των συγχωνευτικών ροπών μαζοποίησης (massification, Hopper), που εμπερικλείουν οι εν γένει τραυματικές ρίζες και πυρήνες των ομάδων, όσο και του κοινοτισμού και της εξιδανίκευσης της «ομαδικότητας».

(β) «θεωρούμε την ομάδα και τα μέλη της υπό την ψυχαναλυτική σκέψη»,  αποφεύγοντας όμως τους κινδύνους οι ψυχαναλυτικές αρχές να μας εμποδίσουν από το να διακρίνουμε  και να  βιώσουμε τα ομαδικά φαινόμενα και από το να συντονισθούμε με τις ομαδικές δυναμικές.

(γ) θεωρούμε την ομαδική θεραπεία ως κύρια θεραπευτική μέθοδο και όχι ως συμπληρωματική ή βοηθητική μέθοδο κατάλληλη μόνο για συγκεκριμένες ομάδες (χρόνιους ψυχωτικούς, πρόσφυγες, πάσχοντες από εθισμούς κ.α.).

(δ) αποφεύγουμε τους σκοπέλους της «κινηματικής θεραπευτικής που ιδεολογικοποιεί κάθε ψυχική δυσκολία ως απόρροια των δυσλειτουργιών του συστήματος», καθώς υπάρχει ο κίνδυνος αναγωγής σε παντοδύναμη αρχή αντιμετώπισης και σωτηρίας. Αν και λαμβάνουμε υπ’  όψιν την ιστορική (πολιτική και επιστημονική) σημασία της Αντιψυχιατρικής και άλλων θεωρήσεων (Laing, Foucault κλπ).

(ε) μελετούμε θέσεις που μπορεί να προσφέρουν στη σύγχρονη ΟΑ θεωρία και θεραπευτική (οικολογικές, φεμινιστικές, LGBT και μαρξιστικές θέσεις) χωρίς όμως να τις αναγορεύουμε σε μείζον κριτήριο γνησιότητας και αλήθειας.

(στ) συνυπολογίζουμε και μαθαίνουμε από τη σκέψη του Norbert Elias και της κοινωνιολογίας των σχηματισμών (figurational sociology) θεωρώντας όμως ότι το κοινωνικό ενδοβάλλεται αφού όμως έχει υποστεί ένα σύνθετο και περίπλοκο πλήθος μετασχηματισμών, αποφεύγοντας έτσι έναν απλουστευτικό αναγωγισμό.

(ζ) έχουμε ως κύριο μέλημα να αποφύγουμε την υποταγή της κλινικής σκέψης σε «ανώτερες θεωρίες» και προτάσσουμε την κλινική σκέψη ως το μέσον που παρατηρεί, ελέγχει, αναθεωρεί και μετασχηματίζει τις θεωρίες, σύμφωνα με τη βασική αρχή του Foulkes.

Συνεπώς το ΙΟΑΦ, διαπνεόμενο από τις αρχές του Foulkes, υποστηρίζει  την ανάλυση της ομάδας, από την ομάδα, μέσω της ομάδας, συμπεριλαμβανομένου και του ομαδικού αναλυτή, με σκοπό τη θεραπεία του ατόμου μέσα στην ομάδα και όχι την ικανοποίηση των πάσης φύσεως ‘θεωρητικών’, ‘πολιτικών’ και ‘φιλοσοφικών ανησυχιών’ των ομαδικών αναλυτών, αν και μπορεί να τις χρησιμοποιεί στο πεδίο των ζυμώσεων της κλινικής πρακτικής με τη θεωρητική σκέψη.

Συνθέτει στις θεωρητικές του αρχές, τις ΟΑ θεωρίες, τις ομαδικές δυναμικές, τα εξαιρετικά σύνθετα ομαδικά φαινόμενα και την ψυχαναλυτική θεώρηση. Και μέσω της θεσμικά κατοχυρωμένης, δημοκρατικής του λειτουργίας έχει ως κύριο μέλημά του τη διατήρηση της δημοκρατικής του οργάνωσης που είναι αυτή που εγγυάται τη συνέχιση των αντιλήψεων που διαπνέουν την ίδρυση, τη μορφή, τη δομή του και, κατά το μάλλον ή ήττον, την πρακτική των μελών του.

Η δομή και η λειτουργία του ΙΟΑΦ προσπαθεί να είναι συνεπής με όλες τις ανωτέρω θέσεις που εκπροσωπεί και εκφράζει.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αντόρνο, Τ.,  Χορκχάιμερ, Μ. 1987.  Κοινωνιολογία. Εισαγωγικά Δοκίμια. Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης. Εκδ. Κριτική
Γιαννίτση, Σ.Γ. 1997.  Ψυχοσωματική και Ομαδική Ψυχοθεραπεία. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα
Whiteley, J.S., Gordon, J.   1979. Group Approaches in psychiatry. Routledge & Kegan Paul. London, Boston and Henley
Foulkes, S.H. 1964. Therapeutic Group Analysis, Maresfield Reprints, London
Foulkes, E. Pines, M. 1990. Selected Parers of S.H. Foulkes. Psychoanalysis and Group Analysis. Karnac Books. London
Lear, T.E. (editor). 1984. Spheres of Group Analysis. Leinster Leader Ltd. Naas, Co. Kildare, Ireland
Roberts, J., Pines, M. 1992. Group Analytic Psychotherapy. International Journal of Group Psychotherapy. Vol. 42. No 4. The Guilford Press

Σεμινάριο Εισαγωγής στην Ομαδική-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία 2018-2019
2η Εισήγηση:  Γιατί η ομάδα;

Εισηγήτρια:    Λένα Τελειώνη

Η προηγούμενη παρουσίαση: «Ομαδική Ανάλυση και το Πνεύμα των καιρών» εισήγαγε την έννοια της ομάδας και περιέγραψε την ιστορική διαδρομή της ομαδικό-αναλυτικής ψυχοθεραπείας. Στην παρούσα εισήγηση θα ασχοληθούμε με το «γιατί» προτείνεται η ομάδα ως θεραπευτικό εργαλείο, εξ ου και ο τίτλος: «γιατί η ομάδα;». Αρχικά θα αναφερθούμε στο «πως» εμφανίστηκε το ενδιαφέρον των ψυχαναλυτών για τα ομαδικά φαινόμενα, καθώς η Ομαδική Ανάλυση έχει τις ρίζες της στη Ψυχανάλυση. Θα χρειαστεί να επαναλάβουμε και να αναπτύξουμε κάποια σημεία που ακούσατε και στην προηγούμενη εισήγηση, στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε «πως» προέκυψε η ανάγκη για το νέο θεραπευτικό πλαίσιο, δηλ. αυτό της ομάδας. Τέλος θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένα, την προσέγγιση που ονομάζεται Ομαδική Αναλυτική ψυχοθεραπεία.

Ο Freud το 1921 στο έργο του Group Psychology and the analysis of the Ego έγραψε  ότι «η ψυχολογία των μαζών είναι η αρχαιότερη ψυχολογία». Οι παρατηρήσεις του αφορούσαν οργανωμένες μεγάλες ομάδες όπως η εκκλησία και ο στρατός καθώς και φαινόμενα μάζας που εκδηλώνονταν στον όχλο και το πλήθος. Παρατήρησε ότι στον όχλο εμφανίζονταν χαρακτηριστικά παλινδρόμησης όπως η παρορμητικότητα, η παντοδυναμία και η μεταδοτικότητα των συναισθημάτων. Την ίδια στιγμή αναγνώρισε ότι στον όχλο μπορεί να εκφραστούν υψηλά ιδεώδη, όπως η αφιλοκέρδεια και η αυταπάρνηση. Στη μελέτη του για τις τεχνητές ομάδες, όπως αυτές του στρατού και της εκκλησίας, επεσήμανε ότι τα μέλη τους μοιράζονταν την αυταπάτη ότι υπάρχει ένας αρχηγός, ένα υποκατάστατο του πατέρα, ο οποίος με την παρουσία του δημιουργεί συναισθήματα συντροφικότητας ανάμεσά τους. Αυτό το εξιδανικευμένο αντικείμενο αγάπης χρησιμεύει ως ένα υποκατάστατο για το ανέφικτο ιδεώδες του εγώ κάθε μέλους. ‘Όταν το αντικείμενο, το οποίο τοποθετείται στη θέση του ιδεώδους του εγώ (ιδεώδες του εγώ: ψυχικό σύστημα της προσωπικότητας που προκύπτει από τη σύγκλιση του ναρκισσισμού (εξιδανίκευση του εγώ) και των ταυτίσεων με τους γονείς, με τα υποκατάστατά τους και με τα συλλογικά ιδεώδη. Το πρότυπο με το οποίο το άτομο προσπαθεί να συμμορφωθεί), μοιράζεται από έναν αριθμό ατόμων τα οποία έχουν βάλει στη θέση του ιδεώδους του εγώ τους το ίδιο αντικείμενο, σχηματίζεται μία ομάδα μέσω της ταύτισης με τα εγώ του κάθε ατόμου. Τα συναισθήματα αγάπης που συμμερίζονται τα μέλη μεταξύ τους, συνοδεύονται από αρνητικά συναισθήματα για εκείνους που είναι έξω από την ομάδα. Ο Freud θεωρούσε ότι το ναρκισσιστικό όριο της αγάπης για τον εαυτό προκαλεί αποστροφή προς τους άλλους και έγραψε ότι «η αγάπη για τον εαυτό γνωρίζει μόνον ένα εμπόδιο, την αγάπη για τους άλλους, την αγάπη για τα αντικείμενα». Το υπόβαθρο της σκέψης του Freud ήταν μία προσπάθεια διερεύνησης του τρόπου με τον οποίο οι ενορμήσεις εκδηλώνονται στην κοινωνική ζωή. Είδε την ισχύ της ταύτισης (ταύτιση: ψυχολογική διεργασία με την οποία το υποκείμενο αφομοιώνει πλευρές, ιδιότητες και χαρακτηριστικά τού άλλου και μεταμορφώνεται πλήρως ή εν μέρει στη βάση του προτύπου που ο άλλος τού προσφέρει) και της μετουσιωμένης libido στις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας μεγάλης ομάδας και με τον αρχηγό. (Μετουσίωση: διεργασία που περιέγραψε ο  Freud για να αναλύσει ανθρώπινες δραστηριότητες, φαινομενικά άσχετες με τη σεξουαλικότητα, τα βαθύτερα κίνητρα των οποίων απορρέουν από τη δύναμη της σεξουαλικής ενόρμησης. Περιέγραψε ως δραστηριότητες μετουσίωσης την καλλιτεχνική δραστηριότητα και τις διανοητικές αναζητήσεις. Ένα είδος μεταμόρφωσης της σεξουαλικότητας. Η αντικατάσταση ορισμένων στόχων, κατά βάση σεξουαλικών, από άλλους που δεν είναι σεξουαλικοί.)

Παρ’ ότι ο Freud ανέδειξε τους τρόπους με τους οποίους το ασυνείδητο μπορεί να εμφανιστεί στις ομαδικές συνθήκες, οι παρατηρήσεις του αφορούσαν τις πολύ μεγάλες ομάδες (στρατός, εκκλησία) και τον όχλο. Δεν ενδιαφέρθηκε για τη θεραπευτική χρήση των ομάδων και ήταν εχθρικός προς τον πρώτο αναλυτή που ενδιαφέρθηκε γι’ αυτήν (Pines, 1978). Αυτός ήταν ο Trigant Burrow, αναλυόμενος του Jung και πρόεδρος της Αμερικάνικης Ψυχαναλυτικής Ένωσης στις αρχές του 1920. Ο Burrow δεν είναι πολύ γνωστός στους ψυχαναλυτές. Έγραψε ένα άρθρο για την Πρωτογενή Ταύτιση (πρωτογενής ταύτιση: πρωτόγονος τρόπος συγκρότησης του υποκειμένου με πρότυπο τον άλλο. Δεν απορρέει από προσχηματισμένες σχέσεις όπου ο άλλος εκλαμβάνεται ως ανεξάρτητο αντικείμενο.)δίνοντας έμφαση στη σημασία του δεσμού του παιδιού με τη μητέρα και στην ταύτισή του μαζί της. Σε αυτόν το δεσμό είδε ένα πρώιμο ενδιαφέρον προς τις αντικειμενότροπες σχέσεις όταν η ψυχανάλυση βασιζόταν κυρίως στη θεωρία των ενορμήσεων. Το ενδιαφέρον του για τις ομάδες προέκυψε με έναν δραματικό τρόπο. Ένας ασθενής του, τού υπέδειξε ότι τα μεταβιβαστικά φαινόμενα που ανέλυε δεν αναδύονταν μόνο εξαιτίας του παρελθόντος και της ψυχοπαθολογίας των ασθενών αλλά οφείλονταν και στους κοινωνικούς ρόλους ασθενή και θεραπευτή που διαδραματίζονταν στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο, μία διάσταση η οποία δεν είχε διερευνηθεί επαρκώς στη μεταβίβαση. Ο ασθενής τού Burrow επέμενε ότι η αντιστροφή των ρόλων θα έφερνε και τον αναλυτή, όσο καλά αναλυμένος και να ήταν, αντιμέτωπο με τις επιπτώσεις της επίδρασης αυτών των ρόλων. Ο Burrow αποδέχθηκε την πρόκληση του αναλυόμενού του, γεγονός το οποίο του στοίχησε την αποπομπή του από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση, αντέστρεψε τους ρόλους κι επείσθη! Έτσι ξεκίνησε να μελετά τις ομαδικές σχέσεις και τα ομαδικά φαινόμενα

Ο επόμενος αναλυτής, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την ομαδική ψυχοθεραπεία ήταν ο P.Schilder (1930). Ο Schilder παρατήρησε ότι οι ασθενείς του, μέσω της ταύτισης τους ο ένας με τον άλλον, μπορούσαν να μάθουν. Επίσης, παρατήρησε ότι τα μεταβιβαστικά φαινόμενα (μεταβίβαση: μία διεργασία μέσω της οποίας οι ασυνείδητες επιθυμίες επανενεργοποιούνται και αποκτούν υπόσταση επίκαιρου γεγονότος) εμφανίζονταν και στην ομάδα και ήταν δυνατό να επεξεργαστούν και εκεί.

Το 1939 ο F.Redl (Group Emotions and Leadership) συνεισέφερε στη θεωρία των ομάδων μελετώντας τα παιδιά στο σχολείο. Εκεί αναγνώρισε τις παρατηρήσεις του Freud για τη σχέση της ομάδας με τον αρχηγό της.

Παράλληλα, το 1930, ένας αριθμός ψυχαναλυτών, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, άρχισαν να πειραματίζονται, βάζοντας τους ασθενείς τους μαζί σε μία ομάδα. Στην Αμερική ο A.Wolff, όπως ο Schilder, εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι η ψυχοπαθολογία των μεμονωμένων ασθενών αναδύονταν όταν συνδιαλέγονταν μεταξύ τους και με το θεραπευτή σε μία ομάδα καθώς και από το γεγονός ότι η ερμηνεία της μεταβίβασης, των αμυνών και των ασυνείδητων διεργασιών ήταν εξίσου αποτελεσματικές και στην ομάδα. Μαζί με τον Slavson (1943) επηρέασαν την εξέλιξη της ομαδική ψυχοθεραπείας στην Αμερική, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί: «Ψυχανάλυση στην Ομάδα». Σε αυτήν κανείς θα μπορούσε να φανταστεί μία ομάδα επικεντρωμένη στο θεραπευτή της, ο οποίος συνδιαλέγεται με το κάθε μέλος ατομικά, παρουσία των άλλων και ο οποίος χρησιμοποιεί επιπλέον ως θεραπευτικό υλικό τα φαινόμενα στην ομάδα που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό μεταξύ των μελών, την επιθετικότητα, τα ζητήματα ανεξαρτησίας-εξάρτησης και την οιδιπόδεια προβληματική.

Αυτή η προσέγγιση διέφερε σημαντικά από αυτήν του Foulkes με την οποία θα ασχοληθούμε σε αυτήν την παρουσίαση. Ο Foulkes δεν ενδιαφερόταν απλά για το πώς συμπεριφέρονται τα άτομα σε μία ομάδα, κυρίως πίστευε ότι τα μέλη μιας ομάδας εκδηλώνουν μία αξιοσημείωτη κατανόηση ο ένας για τον άλλο, οπότε εξέφραζε την πεποίθηση ότι κάθε μέλος είναι σε θέση να συνεισφέρει τόσο στη δική του θεραπεία όσο και στη θεραπεία των άλλων μελών. Έτσι, έγινε ο πρωτοπόρος της προσέγγισης που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε: «Ψυχανάλυση από την Ομάδα».

Η τρίτη προσέγγιση ομαδικής ψυχοθεραπείας επηρεασμένη από τη ψυχανάλυση είναι αυτή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Ψυχανάλυση της Ομάδας». Οι κύριοι εκπρόσωποι της είναι ο Bion και ο Ezriel. Σε αυτήν, ο θεραπευτής αντιλαμβάνεται το φαινόμενο της ομάδας σα να είναι η έκφραση ενός συνόλου ατόμων, τα οποία με κάποιον τρόπο συνδυάζουν τις ψυχικές τους συνιστώσες, με σκοπό το σχηματισμό μιας ομάδας, η οποία στη συνέχεια αντιδρά στο θεραπευτή λίγο έως πολύ σα να είναι μια ατομική οντότητα. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, ο θεραπευτής περιορίζει τις παρεμβάσεις και την κατανόηση της μεταβίβασης στην ομάδα, την οποία αντιλαμβάνεται ως ένα όλο. Αυτή η σχολή έχει επηρεαστεί σημαντικά από την Κλαϊνική θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων κι εν μέρει από τη θεωρία του Fairbairn. Επίσης, η συγκεκριμένη σχολή δίνει έμφαση στους πρωτόγονους μηχανισμούς της πρώιμης ψυχικής ζωής (δηλ. πρωτόγονες διεργασίες σκέψης, άγχη κ.α.).

Βάσει αυτής της αναδρομής, μπορούμε να δούμε πως το ενδιαφέρον των ψυχαναλυτών για τα ομαδικά φαινόμενα αντανακλά στη ψυχαναλυτική θεωρία τη μετατόπιση της έμφασης που δίνει από το ενορμητικό μοντέλο (ενόρμηση: μία ώση που αναγκάζει τον οργανισμό να τείνει προς ένα σκοπό. Έχει την πηγή της σε μία σωματική διέγερση. Ο σκοπός της είναι να καταργήσει την κατάσταση της έντασης) σε αυτό των αντικειμενότροπων σχέσεων (αντικειμενότροπος σχέση: η σχέση του εγώ με ένα αντικείμενο στην ολότητά του). Επιπλέον, η σταδιακή προσοχή που δόθηκε στη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση (το σύνολο των ασυνείδητων αντιδράσεων του αναλυτή στον αναλυόμενό του και συγκεκριμένα στη μεταβίβασή του) ανέδειξε τη σημασία ενός πλαισίου εργασίας (το setting) και κυρίως τη σπουδαιότητα της διαπροσωπικής σχέσης ασθενούς- θεραπευτή.

Σχετικά με το πλαίσιο: όταν στα τέλη του 19ου αιώνα ο Freud εμφανίστηκε στη ψυχιατρική σκηνή, βρήκε τον ψυχιατρικό ασθενή να αντιμετωπίζεται ως ένα περίεργο κοινωνικό φετίχ ή ως μία οικογενειακή «ενόχληση». Αυτό που ο Freud έκανε, ήταν να βγάλει τον ασθενή από το κοινωνικό του πλαίσιο και να τον τοποθετήσει σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο. Αυτή είναι η αναλυτική κατάσταση. Σε αυτήν, το αποξενωμένο άτομο μπόρεσε να βρει συμβολικά και θεραπευτικά την έκφραση και την ομιλία του (M.Kahn in Pines, 2015). Απομονώνοντας τον δυνητικά ψυχιατρικό ασθενή στο θεραπευτικό πλαίσιο, ο Freud πέτυχε να δημιουργήσει μία κατάσταση, στην οποία ασθενής και αναλυτής εργάζονταν μαζί με σκοπό την κατανόηση της ασθένειας του ασθενούς, γεγονός το οποίο σταδιακά οδηγούσε στην ενσωμάτωση και αφομοίωση της ασθένειας από την προσωπικότητα του ασθενούς.

Αυτό που η ομαδική ανάλυση έκανε, ειδικά ο Foulkes, είναι να διευρύνει το θεραπευτικό πλαίσιο από τον ατομικό ασθενή και τον αναλυτή του, σε μία ομάδα ασθενών οι οποίοι αποτελούν ένα θεραπευτικό κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο, πλην των ατομικών διαδικασιών, είναι δυνατό να συμβούν, να παρατηρηθούν και να κατανοηθούν ομαδικές-κοινωνικές διαδικασίες (κοινωνία: όρος που χρησιμοποιήθηκε για την περιγραφή μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων…) . Σε αυτήν την κατάσταση, την ομαδική κατάσταση, δίνεται έμφαση στον πλουραλισμό δηλ. ακούγονται πολλές γνώμες. Αυτό το οποίο παρατηρούμε και προσπαθούμε να κατανοήσουμε, είναι οι διαδικασίες επικοινωνίας (επικοινωνία: είναι η διαδικασία ανταλλαγής πληροφορίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών για τα οποία η πληροφορία έχει νόημα οπότε αποκτά νόημα και η ανταλλαγή ως πράξη) (Foulkes: «το άτομο έχει γεννηθεί σε ένα δίκτυο επικοινωνιών…», «όλα τα φαινόμενα σε μια αναλυτική θεραπευτική ομάδα θεωρούνται εν δυνάμει επικοινωνίες») καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα εκδηλώνουν την προσωπικότητά τους, συνδεόμενα μεταξύ τους και με την ομάδα.

Σύμφωνα με τον John Rickman (1957) υπάρχουν τρεις τύποι ψυχολογικών θεωριών, οι οποίες μπορούν να σχετιστούν με ένα πλαίσιο αριθμών. Μπορούμε να έχουμε μία ατομική ψυχολογία στην οποία μελετάται το μεμονωμένο άτομο. Σε αυτήν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αντιστοιχεί η θεωρία των ενορμήσεων του Freud. Στη συνέχεια υπάρχει η δυαδική ψυχολογία οπότε έχουμε την έναρξη της μελέτης των αντικειμενότροπων σχέσεων καθώς και τη μελέτη της σχέσης δύο ατόμων με την έμφαση που δίνεται στη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση. Σε αυτήν ανήκει και η μελέτη της σχέσης μητέρας-παιδιού. Ακολουθεί η τριαδική ψυχολογία, η οποία οδηγεί στη μελέτη των οιδιπόδειων σχέσεων και της οικογενειακής συνθήκης. Σύμφωνα με τον Pines (2015), παρ’ ότι στη ψυχανάλυση ξεκινάμε από την ατομική ψυχολογία, θα ήταν πιο φυσικό ν’ αρχίζουμε από τις τριαδικές καταστάσεις καθώς κανένα παιδί δε γεννιέται και δεν επιβιώνει έξω από μία κοινωνική μονάδα. Ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της θέσης στη ψυχανάλυση ήταν ο Erik Erikson (1950), ο οποίος αντιστοίχησε τα στάδια της ψυχο-σεξουαλικής ανάπτυξης με αυτά της ψυχο-κοινωνικής εξέλιξης.

Η μετατόπιση της έμφασης στη ψυχαναλυτική σκέψη από τη θεωρία των ενορμήσεων στη θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων εμφανίστηκε στην εργασία των Fairbairn, Winnicott, Balint και Klein.

Για τον Winnicott το περιβάλλον είναι πρωταρχικής σημασίας. Σύμφωνα με τη θεωρία του εκτός από τη μητέρα αντικείμενο και τη σχέση που θα αναπτύξει το παιδί με αυτήν, υπάρχει και η μητέρα περιβάλλον (το πλαίσιο στην ανάλυση), με την οποία το παιδί μπορεί να αναπτύξει την ικανότητά του να είναι μόνο του ενώ εκείνη είναι παρούσα. Αυτήν την ικανότητα ο Winnicott την ονόμασε «βασικό σχετίζεσθαι του Εγώ» (basic ego relatedness). Στην ανάλυση αντιστοιχεί στη δυνατότητα του αναλυόμενου να μπορεί να μένει σιωπηλός παρουσία του αναλυτή του ενώ ταυτόχρονα σκέφτεται ή/και δεν σκέφτεται. Ο Winnicott μας έδειξε τη σημασία της λειτουργίας του παιχνιδιού και της δημιουργικότητας ως ενός χώρου, ο μεταβατικός χώρος, ο οποίος καθιστά το παιδί ικανό να μεταβεί από τη συμβίωση στην εξάρτηση και στη συνέχεια στον κόσμο των άλλων ανθρώπινων σχέσεων.

Η έννοια του περιβάλλοντος του Winnicott έριξε επιπλέον φως στη σημασία του ψυχαναλυτικού πλαισίου κι ακόμα περισσότερο στο τι σημαίνει ομαδική κατάσταση. Όσον αφορά την ομαδική κατάσταση, πρόκειται για ένα χώρο που δημιουργείται αρχικά από το θεραπευτή, ο οποίος τον διαχειρίζεται ως ένα ιδιαίτερο τόπο όπου συναντιόνται άτομα διαθέσιμα το ένα για το άλλο. Αυτά τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους και μαζί εξερευνούν τους εαυτούς τους. Αυτή η κατάσταση, η ομαδική κατάσταση, μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατικός χώρος και η ομάδα ως μεταβατικό αντικείμενο (μεταβατικό αντικείμενο: υλικό αντικείμενο ιδιαίτερης αξίας για το βρέφος ή το μικρό παιδί που χρησιμοποιείται κυρίως για τον ύπνο. Επιτρέπει στο παιδί να πραγματοποιήσει τη μετάβαση από την πρώτη στοματική σχέση με τη μητέρα στην πραγματική αντικειμενότροπη αγάπη).  Πώς γίνεται αυτό;

Καθώς σε μια θεραπευτική ομάδα οι αλληλεπιδράσεις αναπτύσσονται και χτίζονται σχέσεις, αρχίζει να εγκαθίσταται αυτό που ο Erikson ονομάζει βασική εμπιστοσύνη. Σύμφωνα με τη θεωρία του Erikson, το στάδιο της βασικής εμπιστοσύνης είναι η πιο πρώιμη κοινωνική σχέση, η οποία επιτυγχάνεται κατά τη στοματική φάση. Στην ομάδα, προηγείται αυτής, μία περίοδος κατά την οποία τα μέλη φοβούνται την οικειότητα, την αποκάλυψη και την εξερεύνηση του εαυτού τους. Για να ξεπεραστούν αυτοί οι φόβοι και να εγκατασταθεί η βασική εμπιστοσύνη χρειάζεται χρόνος. Σε αυτή τη διαδικασία συμβάλλει ο θεραπευτής με τη στάση και την τεχνική του, ο οποίος σταδιακά ενθαρρύνει την επικοινωνία μεταξύ των μελών της ομάδας, ούτως ώστε να αναπτυχθεί μία συζήτηση που ο Foulkes χαρακτηρίζει ως «ελευθέρως ρέουσα», με απώτερο στόχο την κατανόηση της σε ένα βαθύτερο-ασυνείδητο επίπεδο και την απόδοση ενός νοήματος σε αυτήν (Pines, 2015). (Ελεύθερος συνειρμός: μέθοδος η οποία συνίσταται στην έκφραση όλων, χωρίς καμία διάκριση, των σκέψεων που περνούν από το νου είτε με αφορμή ένα συγκεκριμένο στοιχείο (λέξη, αριθμό, εικόνα) είτε αυθόρμητα. Ελευθέρως ρέουσα συζήτηση: «ένα είδος ομαδικών συνειρμών», το ισοδύναμο του ελεύθερου συνειρμού στην ομάδα, στην πράξη είναι μία ελεύθερη, από τη συνήθη κοινωνική λογοκρισία, συζήτηση σχετικά με τις σκέψεις και τα συναισθήματα των μελών μιας ομάδας.)

Η απόδοση ενός νοήματος στις επικοινωνίες που παρατηρούνται σε μία ομάδα είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί μία κοινωνική από μία θεραπευτική-αναλυτική ομάδα. Για να επιτευχθεί αυτό, ο θεραπευτής υποβάλει όλες τις επικοινωνίες στη διαδικασία της ερμηνείας.

Στην ομαδικό- αναλυτική ομάδα ειδικότερα, ο αναλυτής ενθαρρύνει την αλληλεπίδραση των συμμετεχόντων οι οποίοι, συνδυάζοντας τόσο τη συναισθηματική τους ανταπόκριση όσο και τη γνωστική τους αντίληψη, «αναλαμβάνουν» να αποδώσουν οι ίδιοι ένα νόημα σε αυτό που συμβαίνει μεταξύ τους στην ομάδα. Το επιτυγχάνουν βασιζόμενοι στην κοινή τους εμπειρία, αυτού δηλ. που αισθάνονται ότι γίνεται μεταξύ τους, συμπεριλαμβανομένου και του αναλυτή. Σύμφωνα με τον Foulkes, οι «καλύτερες» ερμηνείες (αυτές δηλ. που είναι σε θέση να «ακούσουν» οι συμμετέχοντες στην ομάδα) είναι εκείνες που προέρχονται από τα μέλη της και βασίζονται ακριβώς στην κοινή τους εμπειρία στην ομάδα.

Η κοινή εμπειρία που αναδύεται σε μια ομαδικό-αναλυτική ομάδα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία συγκροτείται συλλογικά ένας «κοινός νους», μία «κοινή λογική» (Foulkes: «η δύναμη της κοινότητας»), η οποία έχει ως συνέπεια τα μέλη να προσπαθήσουν να μοιραστούν, να «βάλουν σε λόγια» και να κατανοήσουν αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν «ακατανόητο», π.χ. συμπτώματα, νευρωτικές συμπεριφορές, «παράλογες» εμπειρίες. Η ενεργητική συνδιαλλαγή και η συνεχής εργασία προσαρμογής στην ομάδα από την πλευρά κάθε μέλους προσωπικά, είναι η διαδικασία που ο Foulkes ορίζει ως “ego training in action”.

Η προσαρμογή που ο Foulkes έχει κατά νου, δεν αφορά την προσαρμογή στις επιφανειακές πλευρές της κοινής ζωής της ομάδας αλλά εκείνη την προσαρμογή που απελευθερώνει το δημιουργικό δυναμικό κάθε μέλους από τις νευρωτικές αναστολές και του επιτρέπει να επικοινωνεί ελεύθερα καθώς και να συμμετέχει με ολοκληρωμένο τρόπο στη ζωή της ομάδας.

Αυτού του είδους η προσαρμογή προϋποθέτει τη μετατροπή των καταστροφικών ώσεων κάθε ατόμου-μέλους σε πιο «υγιείς» μορφές επιθετικότητας. Συγκεκριμένα: «κάθε μέλος επιτίθεται στις νευρωτικές άμυνες ενός άλλου μέλους γιατί είναι καταστροφικές για την ομάδα. Με αυτόν τον τρόπο, η καταστροφική ενέργεια-επιθετικότητα χρησιμοποιείται για να υποσκάψει τη νευρωτική θέση του άλλου. Με άλλα λόγια, μετατρέπεται σε δημιουργική ενέργεια όσον αφορά την ομαδική διαδικασία…» (Pines, 1983).

«Οι καταστροφικές δυνάμεις υπόκεινται σε αμοιβαία ανάλυση, οι δημιουργικές όμως χρησιμοποιούνται για την απαρτίωση των ατόμων και της ομάδας ως συνόλου.» λέει ο Foulkes στο Introduction to Group- Analytic Psychotherapy (σ. 31, 1948). Αποφασιστικής σημασίας σε αυτήν τη διαδικασία είναι ο ρόλος του συντονιστή της ομάδας, ο οποίος χρησιμοποιεί την εξελικτική τάση της ομάδας και επιτρέπει στην επιθετικότητα να απελευθερωθεί ώστε να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά. (Στην επόμενη εισήγηση θα αναφερθούμε διεξοδικά στο ρόλο του συντονιστή-θεραπευτή και στην τελευταία στις καταστροφικές δυνάμεις στην ομάδα όταν θα μιλήσουμε για το Anti-group.)

Ειδικότερα ο Foulkes ορίζει την ομαδικό-αναλυτική ομάδα ως «μία μορφή ψυχαναλυτικής θεραπείας που έχει ως πλαίσιο αναφοράς την ομάδα ως όλον. Όπως όλες οι ψυχαναλυτικές θεραπείες βάζει στο κέντρο του ενδιαφέροντος της το άτομο.» (Foulkes, 1964 Therapeutic Group Analysis, σ.90).

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: η ομαδικό-αναλυτική ομάδα είναι μία μικρή πρόσωπο με πρόσωπο ομάδα επτά το πολύ οκτώ ατόμων. Δεν υπάρχει κάποιο πρόγραμμα ή ατζέντα συζήτησης. Ο συντονιστής-θεραπευτής ενθαρρύνει τους συμμετέχοντες να εκφραστούν αυθόρμητα ούτως ώστε να αναπτυχθεί μία κουλτούρα στην οποία τα μέλη θα αισθανθούν ελεύθερα, από τη συνήθη κοινωνική λογοκρισία, σε σχέση με τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Η «υποχρέωση» της ομάδας είναι να «φανερώσει» αυτό για το οποίο τα μέλη επιθυμούν να μιλήσουν. ( Ο Foulkes έγραψε ότι το δυναμικό ισοδύναμο της απώθησης  στην ομάδα είναι όταν «κάτι» δεν συζητιέται (στον Pines, 2015). Απώθηση: εγχείρημα με το οποίο το υποκείμενο επιδιώκει να απομακρύνει από το συνειδητό στο ασυνείδητο ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες, αναμνήσεις). Ένα σημαντικό μέρος της ομαδικό-αναλυτικής κατάστασης είναι η στάση του συντονιστή.

Οι συμμετέχοντες στην ομάδα είναι ενήλικα άτομα τα οποία στην ομαδική κατάσταση παρατηρείται ότι εν μέρει παλινδρομούν (Scheidlinger) όπως σε κάθε θεραπεία. Τι σημαίνει αυτό; Στην ομάδα το πιο «έμπειρο» μέλος είναι ο συντονιστής της ο οποίος, λόγω των ιδιοτήτων που του αποδίδουν τα μέλη (εκπρόσωπος του υπερεγώ της ομάδας, πηγή γνώσης, ελέγχου και άμυνας έναντι των εσωτερικών κινδύνων), εξιδανικεύεται και γίνεται ένα ιδεώδες με το οποίο κάθε μέλος ταυτίζεται κι επιθυμεί να έχει μία ιδιαίτερη, μυστική σχέση, η οποία δημιουργεί ανταγωνιστικά συναισθήματα μεταξύ των μελών. Όταν τα μέλη παλινδρομούν, επικεντρώνονται στον αρχηγό κι εκχωρούν τα πάντα σε αυτόν, χάνουν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους και εξομοιώνονται μεταξύ τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα μέλη δίνουν κάτι από τον εαυτό τους για να σχηματιστεί η ομάδα στην οποία ανήκουν (Freud). Παρατηρείται τότε μία μεταδοτικότητα αυτής της κατάστασης. Αυτά συμβαίνουν στην αρχική φάση μιας ομάδας.

Καθώς η ομαδική διαδικασία εξελίσσεται, η δομή της ομάδας μετακινείται από μία ιεραρχική σε μία περισσότερο συνομήλικη-συνεργατική κατάσταση (De Mare). Πώς γίνεται αυτό; Τα μέλη συνειδητοποιούν σιγά-σιγά ότι οφείλουν να «μοιραστούν» τον συντονιστή, ταυτόχρονα «απογοητεύονται» καθώς ο συντονιστής δεν ανταποκρίνεται στις μύχιες επιθυμίες τους. Έτσι αποσύρονται από τον θεραπευτή ή κάνουν ότι αποσύρονται και στρέφονται το ένα προς το άλλο. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών ισχυροποιούνται για να καλύψουν την απογοήτευση από τον θεραπευτή. Η «μαγεία» του θεραπευτή υποχωρεί.

Σε αυτό το σημείο ίσως θα πρέπει να αναφερθούμε στις «βασικές υποθέσεις» του Bion. Συνοπτικά, ο Bion (Κλαϊνικός ψυχαναλυτής) περιέγραψε τις «βασικές υποθέσεις» ως πρώιμες νοητικές καταστάσεις (πρωταρχικές φαντασιώσεις και συναισθήματα), οι οποίες δημιουργούνται αυτόματα όταν τα άτομα ενώνονται μεταξύ τους σε μία ομάδα. Μίλησε για τρεις «βασικές υποθέσεις»:

-της «εξάρτησης», πρόκειται για τη φάση εκείνη κατά την οποία η ομάδα περιμένει τα πάντα από τον θεραπευτή-αρχηγό,

-της «μάχης/φυγής» (fight/flight) όταν η ομάδα το σκάει ή εμπλέκεται σε ένα καβγά με αντιπάλους, συγκεκριμένα με τους εκτός της ομάδας,

-του «ζευγαρώματος» όταν τα μέλη επιδιώκουν να ζευγαρώσουν μεταξύ τους για να γεννήσουν ένα παιδί (συμβολικά) ή μια ιδέα που θα τους σώσει.

Είναι δυνατό να φανταστούμε ότι οι τρεις «βασικές υποθέσεις» αντιστοιχούν στο στοματικό-εξαρτητικό στάδιο, σε αυτό του αποχωρισμού-εξατομίκευσης και στο οιδιποδειακό στάδιο της ανάπτυξης. Όσον αφορά τη θεωρία των ενορμήσεων αντιστοιχούν στο στοματικό, στο πρωκτικό και το φαλλικό στάδιο της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης.

Επιστρέφοντας στην ομαδικό-αναλυτική ομάδα, όσο αυτή εξελίσσεται τόσο τα μέλη της αποκτούν ένα αίσθημα οικειότητας. Κάθε μέλος συγκρίνει τον εαυτό του με τους υπόλοιπους και καθώς οι άλλοι γίνονται το έναυσμα για να εκφράσει κάθε μέλος τις δικές του συγκρούσεις, ο καθένας αντιλαμβάνεται καλύτερα τα δικά του «πάθη». Σταδιακά ο φόβος της αποκάλυψης μειώνεται, ο καθένας γίνεται πιο οικείος στον άλλον. Η οικειότητα που αναπτύσσεται, συμπεριλαμβάνει και την έκφραση της επιθετικότητας όπως και των ερωτικών συναισθημάτων μεταξύ των μελών.

Μία ώριμη οιδιποδειακά ομάδα γίνεται και βιώνεται από τα μέλη της ως ένας χώρος επεξεργασίας, όπου συνειδητά και ασυνείδητα συμβάντα λαμβάνουν χώρα. Ο Foulkes χρησιμοποίησε την έννοια της group matrix για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει όταν μία μικρή ομάδα ατόμων συναντιέται και φτιάχνει στενές σχέσεις.

Η έννοια της group matrix είναι κεντρικής σημασίας στη θεωρία του Foulkes, ο οποίος την περιέγραψε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, όπως: -το γενικό πλαίσιο της ομάδας που αποτελεί το φόντο στο οποίο το άτομο είναι η φιγούρα (Θεωρία της Gestalt), -ένα συνολικό, ενοποιημένο πεδίο ψυχικών συμβάντων του οποίου το άτομο είναι ένα μέρος, -διαπροσωπικές διαδικασίες που πηγαίνουν κατευθείαν στα άτομα, σαν ακτίνες Χ αλλά τις οποίες, τα συγκεκριμένα άτομα μπορούν να τροποποιήσουν, να επεξεργαστούν και να τις επηρεάσουν με το δικό τους τρόπο, -ψυχικές διαδικασίες αλληλεπίδρασης που υπερβαίνουν το άτομο (όπου για τον Foulkes «ψυχικές διαδικασίες» φαίνεται να είναι οι συνειδητές και ασυνείδητες επικοινωνίες) (R. Stacey, 2015).

Παρ’ ότι ο Foulkes αρχικά αναφέρθηκε στην group matrix ως τον «ομαδικό νου», στη συνέχεια απέρριψε αυτόν τον όρο και μίλησε για «τον νου» ως μία διαπροσωπική διαδικασία αλληλεπίδρασης ή ως ένα πολυπροσωπικό φαινόμενο. Υποστήριξε δηλαδή, ότι ο ατομικός νους είναι οι διαπροσωπικές διαδικασίες που τον διαπερνούν εντελώς μέχρι τον πυρήνα του ούτως ώστε να είναι ένα πολυπροσωπικό φαινόμενο. Κατ’ επέκταση υπέδειξε την άποψη σύμφωνα με την οποία, όταν άτομα συναντιόνται σε μία ομάδα, διαμέσου των αενάως δρώντων αλληλεπιδράσεων, δημιουργούν ένα νέο υπερπροσωπικό ψυχικό σύστημα ή αλλιώς την group matrix.

Σύμφωνα με τον Foulkes, ένα μέρος αυτού του ψυχικού υπερσυστήματος αποτελείται από την foundation matrix την οποία κάθε άτομο φέρει μαζί του στην ομάδα. Η έννοια της foundation matrix αναφέρεται στην αλληλεπίδραση ψυχικών διαδικασιών που κατά κάποιον τρόπο καθορίζονται από τα ένστικτα, τις ενορμήσεις, τους ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες και τα οικογενειακά βιώματα. Σε αυτή τη βασική μήτρα (foundation matrix) που κάθε άτομο φέρει μαζί του στην ομάδα, έρχεται να προστεθεί, διαμέσου της οικειότητας και της συνεχούς ανταλλαγής με τα άλλα μέλη, μία τρέχουσα, συνεχώς κινούμενη και διαρκώς εξελισσόμενη δυναμική μήτρα (dynamic matrix).

Όταν μία ομάδα εξελίσσεται δηλαδή όταν, σύμφωνα με τον Foulkes, αναπτύσσει τη matrix της, τότε εμπεριέχει συνθεραπευτές και θεραπευόμενους και κάθε μέλος συνδυάζει την ίδια στιγμή και τις δύο αυτές λειτουργίες. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι επιθυμητές αλλά και μισητές ιδιότητες της παντοδυναμίας και της σοφίας, όλα τα γονεϊκά χαρακτηριστικά που αρχικά προβάλλονταν και εμπεριέχονταν στη συμβολική αναπαράσταση του θεραπευτή και της ομάδας ως συνόλου, τώρα γίνονται μέρος κάθε μέλους. Παρατηρείται τότε ένας κύκλος προβολών κι ενδοβολών, μέσω των οποίων νέες εσωτερικεύσεις λαμβάνουν χώρα (Pines, 2015). (Προβολή: λειτουργία μέσω της οποίας το υποκείμενο εκβάλλει από τον εαυτό του και εντοπίζει στους άλλους ιδιότητες, συναισθήματα, επιθυμίες που παραγνωρίζει ή αρνείται στον εαυτό του. Ενδοβολή: το υποκείμενο μεταφέρει από «έξω» προς τα «μέσα», αντικείμενα και σύμφυτες ιδιότητές τους. Η ενδοβολή βρίσκεται σε συνάφεια με την ταύτιση. Εσωτερίκευση: διεργασία κατά την οποία διυποκειμενικές σχέσεις μεταλλάσσονται σε ενδοϋποκειμενικές (εσωτερίκευση μιας σύγκρουσης, μιας απαγόρευσης). Όταν π.χ. κατά την παρακμή του οιδιποδείου, το υποκείμενο ενδοβάλλει την πατρική μορφή και εσωτερικεύει τη σύγκρουση με τον πατέρα.)

Θα παραθέσουμε ένα παράδειγμα μιας ομάδας η οποία βρίσκεται στην προαναφερθείσα (συνομήλικη) κατάσταση όπου κάθε μέλος αισθάνεται περισσότερο ασφαλές και ελεύθερο τόσο να προβάλει όσο και να εσωτερικεύσει, οπότε είναι σε θέση να πει σε ένα άλλο μέλος: «το ξέρω ότι αυτήν την στιγμή ο τρόπος σου με κάνει να αισθάνομαι όπως όταν η μητέρα μου με αποδοκίμαζε γιατί προσπαθούσα να τραβήξω την προσοχή του πατέρα μου» και αυτός στον οποίο απευθύνεται να μπορεί να αποκριθεί: «όχι δεν είναι έτσι, για μένα είσαι σαν την μεγαλύτερη αδελφή μου, η οποία είναι επιτυχημένη, παντρεμένη κι έχει και παιδιά» (άσχετα αν το μέλος στο οποίο μιλά μόλις χώρισε και δεν έχει παιδιά) (στον Pines, σ.94, 2015). Αυτή η βινιέτα αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο κάθε μέλος, ενώ βιώνει μία μεταβιβαστική σχέση, έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τα βαθύτερα κίνητρα της συμπεριφοράς του, που σχετίζονται με συναισθήματα ενοχής, ζήλειας και φόβου, τα οποία επηρεάζουν την αντίληψή του αλλά πλέον είναι σε θέση να τα διαχειριστεί καλύτερα. Στην προαναφερθείσα συνομιλία δεν συμμετέχουν μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι αλλά όλα τα μέλη της ομάδας τα οποία αποκτούν επίσης πρόσβαση σε ανάλογες περιοχές της δικής τους εμπειρίας. Έτσι τα μέλη είναι σε θέση να αντιληφθούν τις ιδιαιτερότητές τους (π.χ. τον φθόνο, την ανάγκη για αποκλειστικότητα κ.α.) εντός των σχέσεων.

Σύμφωνα με τον Foulkes (1964), όταν μία ομάδα έχει επιτύχει να λειτουργεί ώριμα, τότε σε αυτήν την ομαδική κατάσταση αναδεικνύονται συγκεκριμένοι θεραπευτικοί παράγοντες. Κάποιοι μοιάζουν με αυτούς της ψυχαναλυτικής διαδικασίας όπως: το να γίνει συνειδητό αυτό που προηγουμένως ήταν ασυνείδητο, η κάθαρση (πρόσφορη εκφόρτιση παθογόνων συναισθημάτων), η επεξεργασία (working through), η ενόραση (insight) και η ανάλυση των αμυντικών μηχανισμών. Πέρα από αυτούς όμως υπάρχουν και κάποιοι που αφορούν την ομάδα συγκεκριμένα και προκύπτουν από την ομαδική κατάσταση αυτή καθεαυτή(Pines).

Ο Foulkes αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα ομαδικά φαινόμενα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν θεραπευτικά, όπως:

-την κοινωνικοποίηση: διαμέσου της διαδικασίας του μοιράζεσθαι, διαμέσου της εμπειρίας της ομαδικής αποδοχής και του ανήκειν, ο ασθενής βγαίνει από την απομόνωσή του και εισέρχεται σε μία κοινωνική κατάσταση στην οποία μπορεί να αισθανθεί περισσότερο επαρκής.

-το καθρέφτισμα: ο ασθενής μπορεί να δει πλευρές του εαυτού του να «καθρεφτίζονται» στη συμπεριφορά και τα προβλήματα των άλλων μελών της ομάδας. Διαμέσου αυτού είναι σε θέση να συγκρίνει διάφορες πλευρές της κοινωνικής, ψυχολογικής καθώς και της σωματικής του εικόνας. Το «καθρέφτισμα» γίνεται διαμέσου των «ταυτίσεων με» και των «προβολών προς» τα άλλα μέλη της ομάδας (Pines). Έτσι ένα μέλος μπορεί να πει: «μία πλευρά μου μοιάζει με μία πλευρά σου, μία άλλη πλευρά σου μου θυμίζει τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου και η συμπεριφορά σου μου προκαλεί συναισθήματα , τα οποία αυτή τη στιγμή μπορώ να τα αντιληφθώ και να τα επεξεργαστώ» (Pines, 2015).

-τον πυκνωτή: ο Foulkes παρατήρησε ότι ακόμα και το βαθύ ασυνείδητο υλικό μπορεί να εκφραστεί περισσότερο άμεσα και με μεγαλύτερη πληρότητα στην ομάδα εξαιτίας της χαλαρωτικής αλλά και της διεγερτικής επίδρασης του ενός μέλους προς το άλλο. Το παρατηρούμε, όταν εμφανίζεται ένα όνειρο ή κάποια συμπτώματα στην ομάδα, τα οποία μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα μέσω της συγκέντρωσης των ομαδικών συνειρμών. Είναι ως εάν ο συμβολισμός που εμφανίζεται στο όνειρο ή/και τα συμπτώματα να εκφράζει κάτι κοινό, δηλ. κάτι που αφορά όλα τα μέλη της ομάδας. (Στον ηλεκτρισμό ο πυκνωτής είναι μία διάταξη, η οποία αποθηκεύει ενέργεια και την αποδίδει όταν του ζητηθεί, ακαριαία, χαρακτηριστικό παράδειγμα χρήσης του πυκνωτή είναι το φλας.)

-τα φαινόμενα της αλυσίδας και της συνήχησης (ή αντήχησης): όταν ένα θέμα στην ομάδα προκαλεί μία «αλυσίδα» συνειρμών και αντιδράσεων οι οποίες συνδέονται με τις καθηλώσεις και το αναπτυξιακό επίπεδο των μελών. Για παράδειγμα: ας πούμε ότι μία ομάδα συζητά ένα θέμα σχετικό με τη βία, μπορούμε να δούμε πως κάποια μέλη αποσύρονται στη σιωπή ενώ άλλα δείχνουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον προβάλλοντας ή αποκαλύπτοντας τις φαντασιώσεις τους.

Σε αυτά ο Foulkes (1948) προσέθεσε άλλα δύο που θεωρούσε ότι αφορούσαν την ομαδικό- αναλυτική κατάσταση ειδικά:

-την ομάδα ως στήριγμα: σε κάθε θεραπεία η ανάλυση και οι ερμηνείες μπορεί να προκαλέσουν αμυντικές αντιδράσεις από την πλευρά του θεραπευόμενου. Στην ομαδική κατάσταση, όταν ένα μέλος δέχεται μία ερμηνεία μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την ντροπή που αισθάνεται, γνωρίζοντας ότι και τα άλλα μέλη έχουν βρεθεί σε ανάλογη θέση. Επιπλέον, τα μέλη υποστηρίζουν και βοηθούν ενεργητικά το ένα το άλλο προκειμένου να επεξεργαστούν τις συγκρούσεις που τα χαρακτηρίζουν. Αυτή βέβαια είναι η εξιδανίκευση των ομάδων από τον Foulkes, δεδομένου ότι κάποιες φορές η ομάδα μπορεί να επιτεθεί σε ένα μέλος που πάσχει και να το περιθωριοποιήσει (το φαινόμενο του «αποδιοπομπαίου τράγου»). Γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας και να επεξεργαζόμαστε τις καταστροφικές ώσεις και κινήσεις στην ομάδα για να προλαμβάνουμε όσο το δυνατό τέτοιου είδους φαινόμενα. Θα αναφερθούμε διεξοδικά σε αυτά στην παρουσίαση για το Anti-Group. Σχετικά με την υποστηρικτική δράση της ομάδας, παρατηρείται συχνά, τα μέλη να αποδέχονται ερμηνείες και σχόλια από τα άλλα μέλη της ομάδας ενώ θα ήταν απίθανο να τις δεχτούν από τον θεραπευτή. Αυτό συμβαίνει γιατί το μέλος που κάνει την ερμηνεία, συνήθως προσφέρεται ως ένα πρόσωπο με το οποίο το άλλο μέλος μπορεί να ταυτιστεί όταν για παράδειγμα λέει: «σου το λέω γιατί αυτά που περνάς μου θυμίζουν τα δικά μου, γι’ αυτό άλλωστε νομίζω ότι σε καταλαβαίνω τόσο καλά».

-την επικοινωνία: σύμφωνα με τον Foulkes η επικοινωνία στην ομάδα ισοδυναμεί με τη θεραπευτική διαδικασία αυτή καθεαυτή (Foulkes, Therapeutic Group Analysis, 1964). Στη σκέψη του η νευρωτική και η ψυχωτική διαταραχή συνδέεται πάντα με έναν αποκλεισμό από το σύστημα επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης του ασθενούς. Ο σκοπός της ανάλυσης είναι να μεταφράσει τα συμπτώματα σε προβλήματα που μπορούν να συζητηθούν. Κατά συνέπεια κάθε μέλος ωφελείται όταν προσπαθεί να μιλήσει ελεύθερα στην ομάδα για τις συγκρούσεις του, όπως και για αυτές των συνθεραπευομένων του. Όσο διευρύνεται η επικοινωνία στην ομάδα και βαθαίνει η κατανόηση τόσο τα μέλη αποκτούν πρόσβαση στο ασυνείδητο νόημα όσων εκφράζουν. Πρόκειται για μία διαδικασία παρόμοια με αυτήν μιας εκπαίδευσης (Pines) κατά την οποία η ομάδα βαθαίνει την κατανόησή της διευρύνοντας το λεξιλόγιό της ούτως ώστε κάθε μέλος στην ομάδα να έχει πρόσβαση σε όλα τα επίπεδα επικοινωνίας, από το επιφανειακό στο περισσότερο βαθύ-ασυνείδητο (Foulkes and Anthony, Group Psychotherapy: The Psychoanalytic Process, 1957).

Η ομαδικό- αναλυτική κατάσταση δεν είναι μία στατική κατάσταση. Μία ομάδα που αναπτύσσει το δίκτυο επικοινωνίας της και φτιάχνει τη matrix της, δίνει τη δυνατότητα στα μέλη της να «διορθώσουν» τις αλλοιώσεις που έχουν συμβεί κατά την πορεία της εξέλιξης τους (η έννοια της συνήχησης ή αντήχησης), να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους και να συμφιλιώσουν την ατομική με την κοινωνική τους πλευρά. Σχετικά με την ατομική και την κοινωνική διάσταση κάθε προσώπου ο G. Klein έγραψε: «θα πρέπει να αναγνωρίσουμε δύο τάσεις στον εαυτό, μία φυγόκεντρο που οδηγεί στην αυτονομία και μία κεντρομόλο που εκφράζει την ανάγκη ενός ατόμου να είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας κοινωνικής οντότητας. Η συνδιαλλαγή αυτών των τάσεων ενώ αποτελεί την προϋπόθεση για έναν περισσότερο ολοκληρωμένο εαυτό είναι ταυτόχρονα πηγή ενδεχόμενων συγκρούσεων» (σ. 33, 1976 Psychoanalytic Theory στον Brown, 2015 σ. 105)). Ο Foulkes αντιλήφθηκε την ανάγκη του ατόμου να ισορροπήσει αυτή την παράδοξη πάλη τόσο για μία ατομικότητα όσο και για ένα αίσθημα ανήκειν (Brown, 2015).

Σε μία αναλυτική ομάδα τα μέλη χρειάζεται να συνεργαστούν για να ανακαλύψουν την ατομικότητά τους. Με άλλα λόγια η ομάδα και το άτομο ανακαλύπτουν τη συμπληρωματικότητά τους. Ο χώρος της ομάδας προσφέρεται, μέσω των αλληλεπιδράσεων των μελών, για την αναβίωση παλαιότερων συγκρούσεων που θα επιλυθούν, οδηγώντας δυνητικά στη συναισθηματική ωρίμανση κάθε μέλους ξεχωριστά. Σε τελική ανάλυση, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, ο Foulkes πάντα επικεντρωνόταν στη θεραπεία του ατόμου: «το άτομο θεραπεύεται στο πλαίσιο μιας ομάδας με την ενεργή συμμετοχή της ομάδας» (Foulkes and Anthony, 1975).